Select Page

Eliza – της Φράνση Παπουτσάκη

Eliza                                                           – της Φράνση Παπουτσάκη

Ένας αλλόκοτος πυρετός τον αρρώστησε μόλις η αύρα της τον άγγιξε κόβοντας του τον δρόμο. Όσο εκείνη γλιστρούσε ανάμεσα στους πάγκους της αγοράς, αγγίζοντας υφάσματα κι ανθρώπους με τα μακριά της δάχτυλα, εκείνος την παρακολουθούσε περνώντας από την μια σκιά στην άλλη. Ένιωσε την καρδιά του να θέλει να δραπετεύσει, να θέλει να σπάσει το θώρακα και τα πλευρά που την κρατούσαν φυλακισμένη, σκορπίζοντας αίμα στον αέρα μέχρι να καρφωθεί κάτω, στο χώμα, μπροστά στα πόδια της  κι εκείνη να την μαζέψει με τα λευκά αλαβάστρινα χέρια της και με το απαλό τους άγγιγμα να σταματήσει την αγωνία της.

«Στάσου» της πρόσταξε η ψυχή του δυνατά. Η κουκούλα της κάπας της έπεσε μαλακά προς τα πίσω φανερώνοντας τα στιλπνά καλοχτενισμένα πύρινα μαλλιά της.

«Γύρνα ˙ κοίταξε με» την ικέτευσε πάλι η ψυχή του αιμορραγώντας από πόθο. Η κοπέλα με μια αέρινη κίνηση στράφηκε προς το μέρος του. Δεν ήξερε πως κάποιος την κοιτάζει. Δεν ήξερε τι γύρισε να δει. Δεν γνώριζε σε ποιο νοσηρό κάλεσμα ανταποκρίθηκε. Χαμογέλασε στο κενό μπροστά της αποκαλύπτοντας μαγικά την ομορφιά της και σηκώνοντας την κουκούλα της, την εξαφάνισε, την πήρε μακριά και χάθηκε βαδίζοντας αργά. Η εικόνα της τον κυρίευσε. Έφυγε τρέχοντας, παραπατώντας, πέφτοντας πάνω στους περαστικούς, απλώνοντας τις πραμάτειες τον εμπόρων στις λάσπες του δρόμου ˙ καθώς σωριάζονταν με δύναμη κάτω, έβλεπε την λογική του να προσγειώνεται μαζί τους, να πασαλείβεται με βρωμιά και να διαλύεται. Τα είχε χαμένα. Η καρδιά του σφυροκοπούσε, σπρώχνοντας τον βαθύτερα μέσα στην μανία του που τον άρπαξε απρόσμενα, απροσδόκητα, άθελα του.

Το στοιχειωμένο του κορμί έπρεπε να βρει καταφύγιο να σωριαστεί. Την ώρα που κρινόταν ολόκληρος , τα θολωμένα του μάτια κατάφεραν να ξεχωρίσουν μια εκκλησία μπροστά του. Ανεβαίνοντας σχεδόν με τα γόνατα τα σκαλοπάτια, όρμησε μέσα, αναζητώντας τον ιερέα. Τον βρήκε να ανάβει τα κεριά κάτω από το άγαλμα του Εσταυρωμένου. Χρησιμοποίησε όση δύναμη του είχε απομείνει για να φτάσει κοντά του. Μόλις το κατόρθωσε, εγκατέλειψε το σώμα του πάνω στα χέρια του σωτήρα του, αφήνοντας την τελευταία του φράση πριν παραδοθεί λιπόθυμος στον πυρετό που τον έλιωνε:

«Είναι τόσο όμορφη που σου παίρνει το θάνατο»

Ο ιερέας προσπάθησε να αντιληφθεί τι είχε συμβεί σε αυτόν τον ταλαιπωρημένο νεαρό, διαπιστώνοντας τρομαγμένος πως η καρδιά του χτυπούσε τόσο έντονα και δυνατά που ακόμη και κάτω από τα μαύρα του ρούχα μπορούσε να την δει να κινείται παλλόμενη, σκληρή σαν γροθιά.

1

«Πιες κρασί, παιδί μου. Είναι φάρμακο»

Με μια κούπα στο χέρι, βρέθηκε πίσω από ένα χώρισμα να εξομολογείται τα πάθη του. Αισθανόταν παγιδευμένος σε έναν εφιάλτη που εγκλώβισε την βούληση του. Η γουλιά που κατάπιε ανέβασε στον λαιμό του λυγμούς που δεν είχε το σθένος να πνίξει. Μέσα από τον οδυρμό, διηγήθηκε στον ιερέα για την δίνη που είχε συναντήσει στον δρόμο του και τον ρούφηξε.

«Την λένε Ελάιζα Ντέιν » μαρτύρησε με άχρωμη φωνή το όνομα της ο εξομολογητής του αφού τον είχε ακούσει με ευλάβεια.

«Τίναξε τα σκονισμένα σου ρούχα και κάνε υπομονή»

Η τελευταία προτροπή κουνήθηκε σαν κόκκινο πανί μπροστά στα μάτια του. Αναστατώθηκε περισσότερο.

 «Σήμερα. Τώρα» ζήτησε ο προστατευόμενος του με τόνο ικετευτικό και προστακτικό συνάμα παλεύοντας να μην αποκαλυφθεί ολότελα η απελπισία του. Ο πατέρας Γκάμπριελ ματαιοπόνησε αδίκως να τον πείσει  να αφήσουν την υπόλοιπη μέρα να περάσει και να πάνε μαζί να την συναντήσουν το επόμενο πρωί. Η άρνηση τον πείσμωσε. Βγήκε στο δρόμο. Με πυξίδα το όνομα της, ξεκίνησε να την βρει ρωτώντας παντού. Το σφυροκόπημα που οδηγούσε τα βήματα του ήταν βάναυσο, αδυσώπητο, ασταμάτητο. Έτρεχε να προλάβει. Έπρεπε να φτάσει στο σπίτι της πριν δύσει ο ήλιος αλλιώς δεν θα τον δέχονταν. Βγαίνοντας από την άγνωστη πόλη, ο ουρανός απλώθηκε πάνω του και πέρα μακριά. Κοιτάζοντας το λιγοστό φως που είχε απομείνει πριν πέσει η νύχτα, διαισθάνθηκε το βάρος της καταδίκης του. Η καρδιά του σφιγγόταν όμως το κορμί του κουβάλησε γενναία την αδηφάγα αδημονία του της προσδοκίας του μέχρι την πόρτα της εξοχικής έπαυλης, εκπληρώνοντας κάθε κίνηση που έπρεπε να κάνει για να προσκυνήσει εκείνη, αντέχοντας το τρομακτικά ιλιγγιώδες φρένιασμα της καρδιάς του.

Χτύπησε δυο φορές. Η παραμάνα άνοιξε την πόρτα ˙ τον καλωσόρισε χωρίς να του παραχωρήσει το δικαίωμα να περάσει στο σπίτι. Τηρώντας κάθε τύπο και παρουσιάζοντας όλα του τα διαπιστευτήρια, ζήτησε να γνωρίσει την δεσποινίδα Ντέιν και να της προσφέρει το μπράτσο του στην αυριανή πρωινή της βόλτα, τονίζοντας πως τον φιλοξενεί ο πατέρας Γκάμπριελ. Η παραμάνα έφυγε κατσουφιασμένη αφήνοντας την πόρτα μια χαραμάδα ανοιχτή που δεν ήταν αρκετή ώστε να του αποκαλυφθεί το αδαμάντινο μυστικό της έπαυλης. Έκανε λίγα βήματα πίσω με την ελπίδα πως θα καταφέρει να την δει από το παράθυρο. Ο κόσμος ράγισε με την πρώτη ματιά που της έριξε κι έμεινε να την κοιτάζει πίσω από το τζάμι και να βυθίζεται σε μια ψυχρή έρημη θάλασσα όπου βασίλευε το σκοτάδι. Χαράκωσε την μνήμη του με την μορφή της, το μοναδικό λάφυρο που μπορούσε να είναι το βάλσαμο της λαχτάρας του, όταν θα έμενε πάλι μόνος.

Κρατούσε ένα κερί στα χέρια της. Το φως της φλόγας τρεμόπαιζε πάνω στην γλυκύτητα της όψης της όσο μιλούσε με την παραμάνα. Το δέρμα της ροδαλό πρόδιδε την αναστάτωση της και στις άκρες των κατακόκκινων χειλιών της ένα χαμόγελο σε ξεγελούσε διαρκώς πως θα φανεί μα δεν το έκανε. Βουβός στεκόταν στην άκρη της αβύσσου. Βουβός κι αβοήθητος. Η διεστραμμένη του επιθυμία την ζωγράφισε να κείτεται νεκρή μέσα στο φέρετρο της με την ομορφιά της άκαμπτη, στολισμένη με λευκά τριαντάφυλλα, λουσμένη από το φως το φεγγαριού. Αδύναμος να αντισταθεί, δεν έστρεψε το βλέμμα του από την μακάβρια οπτασία που έπλεε μέσα στο όραμα του πυρετού. Αφέθηκε με ευκολία στην πρωτόγνωρη σαγήνη που τον κυρίευσε και ζήλεψε οργισμένος ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο επειδή θα την άγγιζε.

Η παραμάνα επέστρεψε χωρίς να την αντιληφθεί. Ευχήθηκε να μην έχουν τα γέρικα μάτια της την ικανότητα να διακρίνουν στο σούρουπο την αλλοιωμένη όψη της ζοφερής σκέψης του. Τον κοίταξε καχύποπτα συνοφρυωμένη. Από το θεατρικό της χαμόγελο, βγήκε μια τσιριχτή φωνή που προσπαθούσε να κρύψει την αντιπάθεια και την διαφωνία της πίσω από ένα ίχνος επιτηδευμένης ευγένειας:

«Ο κηδεμόνας της μικρής κυρίας λείπει σε ταξίδι. Απορώ πως δεν το γνωρίζει αυτό,  ο πατέρας Γκάμπριελ» δήλωσε με στόμφο γουρλώνοντας τα μάτια της.

«Όπως καταλαβαίνετε είναι αδύνατον να σας δοθεί άδεια να την συνοδεύσετε σε περίπατο ενώ εκείνος λείπει ακόμη κι αν αυτό γίνει κάτω από την δική μου επίβλεψη»

Τα πόδια του, η θέληση του, όλο του το κουράγιο λύγισαν στην σκέψη της αγωνίας του που θα παρατεινόταν.

«…όμως η δεσποινίς Ελάιζα αποφάσισε να σας δεχτεί αύριο το απόγευμα εδώ στο σπίτι για λίγη ώρα και να χαρεί την συντροφιά σας»

Ο κόσμος ξανάγινε όλος δικός του μα τα λόγια που βγήκαν από το στόμα του ήταν φτωχά όπως κι εκείνος από την στιγμή που την είδε.

«Πείτε της …πείτε της πως την ευχαριστώ»

«Είναι πολύ μόνη όταν ταξιδεύει ο κύριος»  πρόσθεσε σαν δικαιολογία για να προλάβει την χαρά του.

Η παραμάνα έκλεισε με όλη της την δύναμη, την βαριά αρχοντική πόρτα, δηλώνοντας την δυσαρέσκεια που έτρεφε για την μελλοντική συνάντηση. Μαζεύοντας το σάλι και σηκώνοντας τα φουστάνια της, ψιθύρισε στον εαυτό της «σε καλό να μας βγει ετούτος ο παράξενος» σαν να έλεγε ένα μυστικό που αν αντηχούσε στους τοίχους του σπιτιού, θα έφερνε γρουσουζιά.

Ο πατέρας Γκάμπριελ τον περίμενε πάλι με μια κούπα ζεστό κρασί και φαγητό που ελάχιστα άγγιξε. Πήγαν στο μικρό δωματιάκι που αποκαλούσε σπίτι του στο πίσω μέρος του ναού και κάθισαν δίπλα στη φωτιά.  Μια κακιά σκιερή ιδέα πέρασε από το μυαλό του ιερέα αντιμετωπίζοντας την αμείλικτη σιωπή του νεαρού. Για κάποιον ακαθόριστο λόγο μετάνιωσε την βοήθεια που έδωσε στον άγνωστο άντρα κι όταν έμεινε μόνος προσευχήθηκε στο Θεό να τον φωτίσει.

2

Απόγευμα πρώτο

 

Η Ελάιζα ζέσταινε τα χέρια της στο τζάκι όταν εκείνος πέρασε την καμάρα του δωματίου όπου τον υποδέχτηκε. Χωρίς να τον κοιτάξει, καθισμένη στο πλάι, τον καλωσόρισε αποφεύγοντας να κρατήσει τους τύπους της καλής της αγωγής.

«Σιχαίνομαι την ψύχρα που φέρνει ο βοριάς μετά το Ινδιάνικο καλοκαίρι και σήμερα έχει αρκετή… δεν βρίσκεται πως σωστά έκανα που άναψα την φωτιά;»

Εκείνος αποσβολωμένος κι αμήχανος που βρισκόταν επιτέλους κοντά της, δεν απάντησε παρά άφησε μια μικρή σιωπή να παγώσει κι άλλο το κενό ανάμεσα τους. Με επιτηδευμένες κινήσεις έφερε το βλέμμα της να διασταυρωθεί με το δικό του ενώ το ένστικτό σφράγισε την καρδιά της, αφήνοντας αχαλίνωτο τον ρομαντισμό της να ονειρευτεί πως είχε μόλις φτάσει στον προορισμό του αυτός που περίμενε, ο ένας και μοναδικός.

Η Ελάιζα σηκώθηκε και πλησίασε ένα σωρό με βιβλία, ακανόνιστα τοποθετημένα πάνω σε ένα άχαρο ξύλινο τραπέζι. «Θα μου κάνετε τη μεγάλη χάρη να μου διαβάσετε; Ο αγαπημένος μου κηδεμόνας μου διαβάζει πάντα τέτοια ώρα. Μου έχει λείψει πολύ να ακούω ιστορίες να ζωντανεύουν». Έψαξε με τα μαγικά της δάχτυλα ώσπου έβγαλε με ενθουσιασμό από την αφάνεια, ένα βιβλίο λεπτό άλλα όχι τόσο φθαρμένο ώστε να μοιάζει παλιό. «Αυτό θα διαβάσουμε» του είπε συνωμοτικά. «Μου το είχε φέρει ο κηδεμόνας μου στο τελευταίο του ταξίδι όμως μου είχε απαγορεύσει αυστηρά να το διαβάσω  επειδή δεν είναι ακόμη για την ηλικία μου. Μου τόνισε πως θα έπρεπε να περιμένω μέχρι να αποφασίσει ότι ήρθε η ώρα» ξαναείπε τοποθετώντας σπιρτόζικα το βιβλίο στα χέρια του.

«Η παρθένα της Άνοιξης» διάβασε από μέσα του τον τίτλο διστάζοντας.

«Εμπρός, λοιπόν» τον προέτρεψε κι εκείνος παρασύρθηκε χωρίς να μπορεί καν να σκεφτεί να αντισταθεί ώστε να την προστατεύσει από το τραγικό ανάγνωσμα.

Όση ώρα διάβαζε, τον κοιτούσε με τρόμο ώσπου στο τέλος ξέσπασε σε κλάματα πέφτοντας στην αγκαλιά του. Εκείνος την έγειρε προς τα πίσω πάνω στα γόνατα του κι αφού της καθάρισε το πρόσωπο από τις βρεγμένες τούφες, χάιδεψε τα μάγουλά της, παραμερίζοντας τα δάκρυα από τα ζυγωματικά του προσώπου της, όχι για να τα στεγνώσει αλλά για να τα μαζέψει στη χούφτα σαν υγρά αλμυρά διαμάντια. Η Ελάιζα ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πάνω στο στήθος της κι όλο της το κορμί ρίγησε με αναίδεια απαιτώντας να την αγκαλιάσει .

«Τα χείλη σου είναι κατακόκκινα σαν άγριο ρόδο» της είπε κι η ανάσα του της έκαψε το πρόσωπο.

«Αύριο, να έρθεις ξανά και να μου φέρεις ένα να στολίσω τα μαλλιά μου»

«Αύριο» της υποσχέθηκε αφήνοντας την απότομα από την αγκαλιά του.

Βγαίνοντας από το σπίτι, ένιωθε το καχύποπτο μάτι της παραμάνας να τον παρακολουθεί. Όταν δεν μπορούσε να τον δει πια, έβαλε τη χούφτα του στο στόμα και γεύτηκε αδιάντροπα τα δάκρια της. Σε όλο το δρόμο του γυρισμού, τα χείλη της δεν βγήκαν από το μυαλό του. Ήθελε να την φιλήσει μέχρι να ματώσουν. Ήθελε να της καρφώσει άγρια ρόδα στα μαλλιά. Ήθελε να την κάνει δική του με τρόπο που να μην ξεγίνεται.

Οι ώρες της νύχτας κύλησαν βασανιστικά αργά στο στενό κελί του ναού που του είχε παραχωρηθεί για να μένει. Ο ύπνος τον είχε εγκαταλείψει. Λίγο πριν το ξημέρωμα, σηκώθηκε να δει από το παράθυρο τον ουρανό. Μια ιδέα φως της αυγής έφεγγε στο βάθος του ορίζοντα πίσω από το καμπαναριό της εκκλησίας. Το μαρτύριο του παρατεινόταν απαρηγόρητο. Κινδύνευε να τον ξεγελάσει ότι θα είναι αληθινή η απατηλή ομορφιά της . Έπρεπε να γλιτώσει.

3

 

Απόγευμα δεύτερο

 

Στάθηκε μπροστά της, έτοιμος να δοκιμαστεί. Το ρόδο που κρατούσε με τόση προσμονή για να της το χαρίσει, μαράθηκε με μιας στο χέρι του μαζί με την ψυχή του που ρήμαξε από απογοήτευση μπροστά στην δύναμη της αποδοκιμαστικής ματιάς που του έριξε, θαρρείς πως ούτε κι αυτή καν η ματιά δεν του άξιζε και θα της την στερούσε.

«Αυτό» κόμπιασε «αυτό το λουλούδι δεν είναι αυτό που σου ζήτησα, δεν είναι το ρόδο που υποσχέθηκες να μου φέρεις»

Ένιωσε πως θα λιποθυμήσει ξανά. Ο θυμός του θέριεψε. Αποφασισμένος να φύγει, την ξανακοίταξε φοβούμενος πως θα είναι η τελευταία φορά που θα την δει, η τελευταία φορά που θα έκανε οτιδήποτε πάνω σε αυτή τη γη. Πέρασε μια στιγμή αιώνια, ώσπου η όψη της άλλαξε. Αντί για την περιφρόνηση της, έβλεπε την στενοχώρια που της είχε προσφέρει με το να είναι τόσο λίγος. Πόσο φρικτό λάθος είχε κάνει! Πέταξε το λουλούδι στο πάτωμα και προχώρησε προς το μέρος της θέλοντας να γονατίσει εκλιπαρώντας συγχώρεση. Εκείνη οπισθοχωρούσε τρομαγμένη ώσπου τα πόδια της άγγιξαν τον καναπέ που χθες τους φιλοξένησε για να διαβάσουν. Τα γόνατα της δεν την κράτησαν. Ξάπλωσε πίσω κι εκείνος έπεσε πάνω της. Η σιωπή τους κάλυψε σαν πέπλο. Το χέρι του κατέβηκε με ένα ατελείωτο χάδι από το λαιμό μέχρι το γόνατο της που έτρεμε ˙ σούρωσε το ύφασμα του φορέματος στην παλάμη του, φανερώνοντας το γυμνό δέρμα της που αμέσως ανατρίχιασε από το κρύο και την επιθυμία. Τα δάχτυλα του τρύπωσαν από κάτω και προχώρησαν. Δεν ήξερε αν του άρεσε που του το επέτρεπε. Ήθελε να την φιλήσει. Κάτι τον σταματούσε που δεν μπορούσε να ελέγξει. Η καρδιά του για πρώτη φορά δεν ακουγόταν. Η απουσία της τον ξύπνησε. Τράβηξε το χέρι του αναγνωρίζοντας το πρόσωπο της κι έπαψε να βλέπει μόνο τα χείλη της.

«Άφησε με να σου πάρω τη θλίψη κι ότι σε πονάει» την παρακάλεσε σαν να ήταν αυτή η συγγνώμη του για όλα· για το τριαντάφυλλο που δεν της άξιζε και για όσα δεν είχε σταματήσει πριν γεννήσουν έστω και μια στάλα σκοτεινιάς στην ψυχή της. Η Ελάιζα μπερδεμένη, δεν καταλάβαινε τίποτα. Όλα γίνονταν χωρίς να της δίνουν την ευκαιρία να ξετυλίξει την πραγματικότητα και να την ξεχωρίσει από την έξαψη της εφηβικής ιδέας που είχε χτίσει για τον έρωτα μέσα από τα βιβλία και τα τραγούδια των βάρδων με τις μεθυστικές μελωδίες.

«Άγρια ρόδα φυτρώνουν στο ποτάμι. Αν τα κόψεις με την πρώτη δροσιά της αυγής το άρωμα τους θα ζωντανέψει φρέσκο τη νύχτα»

«Δείξε μου που φυτρώνουν άγρια ρόδα»

«Αν σου δείξω, θα με ακολουθήσεις;»

Δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Οι φράσεις που σχηματίζονταν στο μυαλό του ήταν φτιαγμένες από λόγια ακατάληπτα. Μια λέξη που ξεπήδησε από το στόμα του, έδωσε τέλος στο χάος φέρνοντας το δειλινό:

«Αύριο»

Πέρασε τη νύχτα κοκαλωμένος πάνω στο σκληρό του κρεβάτι, παραδομένος  στην τρέλα και στο σφυροκόπημα που ξαναγύρισε αβυσσαλέο ώσπου μέσα από μια μαύρη φωλιά του μυαλού του πετάχτηκε απρόσκλητος ο πειρασμός κουβαλώντας τον αναθεματισμό. Χωρίς να το θέλει την καταράστηκε κι εκείνη και την ομορφιά της και την στιγμή που την συνάντησε. Έκλαψε με λυγμούς προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του να μετανιώσει. Ο πειρασμός του σφύριζε όλη τη νύχτα στο αυτί βλαστήμιες και βρισιές. Πολέμησε αλλά δεν κατόρθωσε να τον ξεφορτωθεί. Μόλις η καμπάνα σήμανε την αυγή έσβησε η Κόλαση κάτω από την εκκωφαντική της φασαρία. Ίσως όταν θα άγγιζε τα χείλη της, να τον ξόρκιζε η αθωότητα της. Η ανάμνηση της να λυγίζει κάτω από το βάρος του κορμιού του, του άλλαξε γνώμη κι έβαλε πάλι αβοήθητος τα κλάματα.

4

Τελευταίο ξημέρωμα

 

Κάπνιζε εξαντλημένος με την πλάτη στην κολώνα που στήριζε τη μικρή στέγη πριν την είσοδο του ναού, περιμένοντας το χρόνο να τον φέρει κοντά της. Ένα αγόρι ανέβαινε τα σκαλοπάτια  χορεύοντας στο ρυθμό μιας μουσικής που μόνο αυτό άκουγε. Σταμάτησε μπροστά του και τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω με ύφος Φρούραρχου. Το πρόσωπο του ήταν πασαλειμμένο με σοκολάτα αλλά συνέχιζε να τρώει με βουλιμία χωρίς να το νοιάζει. Δάγκωσε ένα μεγάλο κομμάτι και μπουκωμένος του έδωσε μια διαταγή, δείχνοντας του ένα χαρτί τυλιγμένο με κίτρινη κορδέλα.

«Να το διαβάσεις αμέσως»

Όταν η επιστολή εγκατέλειψε την κατοχή του, γύρισε την πλάτη κι έφυγε χοροπηδώντας όπως είχε έρθει. Εκείνος έλυσε την κορδέλα αφήνοντας την να γλιστρήσει από τα χέρια του καθώς ξετύλιγε το χαρτί.

Μια ώρα πριν να ξημερώσει να βρίσκεσαι πίσω από την έπαυλη. Τα άγρια ρόδα μας περιμένουν.

                                                                                                                             Ελάιζα

 

Ήταν έτοιμος να φύγει, να δραπετεύσει από το κελί του πόθου, να ξαναβρεί το δρόμο του και να συνεχίσει να βαδίζει πάνω σε αυτόν ελεύθερος. Τώρα πια, δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να πάει. Τρεις αράδες ήταν ικανές να τον σύρουν στην άκρη του κόσμου και να τον σπρώξουν από την άκρη του γκρεμού. Ο ιερέας μιλούσε με ένα ηλικιωμένο φτωχό ζευγάρι που ζητούσε ελεημοσύνη. Με την άκρη του ματιού του τον παρακολουθούσε. Είδε την όψη του προσώπου του να παραμορφώνεται. Φουρτουνιασμένος προσπάθησε να περάσει την πόρτα του ναού. Ο πατέρας Γκάμπριελ παράτησε βιαστικά το καθήκον του, στάθηκε μπροστά του κι όταν είδε ότι δεν μπορεί να τον σταματήσει με την παρουσία του και μόνο, άνοιξε διάπλατα τα χέρια για να τον εμποδίσει να προχωρήσει.

«Σε κάλεσε;»

«Ναι»

«Μην πας »

«Δεν θα πάω, πατέρα Γκάμπριελ» είπε σκύβοντας το κεφάλι για να μην φανεί η έκφραση της μανίας που πρόδιδε την αρρώστια του. Στο πρόσωπο του καθρεφτιζόταν η οδύνη της υποκρισίας. Αφού απόδρασε λαθραία από την ύστατη ελπίδα σωτηρίας, δίνοντας έναν ψεύτικο όρκο, πήγε στο κελί του, μάζεψε τα πράγματα του, φύλαξε το γράμμα μέσα σε ένα βιβλίο, καταχώνιασε τον μπόγο κάτω από το κρεβάτι και περίμενε καθισμένος στο στρώμα σαν άγαλμα. Η Κόλαση τον κύκλωσε δίνοντας άδεια στον πειρασμό να επιστρέψει και μόλις ήρθε η ώρα, τον έσπρωξε να συναντήσει την καταδίκη του. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά πάτησε την κίτρινη κορδέλα γεμίζοντας την λάσπη ανατριχιασμένος.

Την είδε από μακριά να περπατάει πάνω κάτω μέσα στη μικρή συστάδα δέντρων που φύτρωνε. Δεν έβλεπε την ώρα να την πλησιάσει. Μια τρέχοντας και μια περπατώντας γρήγορα, την έφτασε λαχανιασμένος. Του άπλωσε τα χέρια κι εκείνος διαπέρασε με ορμή το κενό που τους κρατούσε μακριά και τα άρπαξε μέσα στα δικά του. Έβαλαν κι οι δύο τα γέλια. Το γέλιο τους αντήχησε καθαρό και γάργαρο σαν δροσερό νερό. Φοβήθηκαν να μην ακουστούν σκεπάζοντας το στόμα τους σαν ζαβολιάρικα παιδιά.

Κρατημένοι από το χέρι, η Ελάιζα μπροστά να τον οδηγεί κι εκείνος πίσω θαμπωμένος, πήραν το δρόμο για το ποτάμι χωρίς να πουν ούτε μια λέξη. Έτρεχαν, γελούσαν, χόρευαν, έπαιζαν, οι καρδιές του γέμιζαν ζωή, το μυαλό τους με όνειρα και ενθουσιασμό, το αίμα στις φλέβες τους ζωντάνεψε από την δροσιά της νιότης τους που μέσα σε αυτή την ασυμμάζευτη χαρά, στεφόταν βασίλισσα. Ήταν τόσο δικό τους αυτό το σκοτάδι. Μέχρι να βγει ο ήλιος, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Ο ήχος του ποταμού τους έβγαλε από τη μέθη. Αφουγκράστηκαν βουβοί. Το νερό που ταξίδευε επέβαλε τη σιωπή. Δεν μπορούσαν να το δουν ακόμη. Ήταν πίσω από τους θάμνους. Η Ελάιζα άφησε το χέρι του και χώθηκε μέσα εκεί για να βγει στην άλλη μεριά. Εκείνος κοντοστάθηκε. Φοβήθηκε. Σαστισμένος, έμεινε πίσω. Μέχρι να ανοίξει και να κλείσει τα μάτια του κάτι είχε αλλάξει. Ανάμεσα στα βλέφαρα του παγιδεύτηκε ένα κομμάτι αιωνιότητας που αμέσως χάθηκε ολότελα και για πάντα. Κάνοντας ένα βήμα για να την ακολουθήσει, ένιωσε πως εγκατέλειπε πίσω τον εαυτό του κι αυτός που προχωρούσε μπροστά για να την βρει, ήταν κάποιος άλλος. Χώθηκε μέσα στους θάμνους σαν χαμένος. Παραμερίζοντας με τα χέρια του τα τελευταία κλαδιά, την είδε να λύνει τα μαλλιά της κάτω από το αμυδρό φως της αυγής. Δεν μπορούσε να δει τα χέρια της αλλά μάντευε την κίνηση τους. Η κάπα της σωριάστηκε στο χώμα, αφήνοντας να φανεί ένα κατάλευκο φόρεμα που άστραφτε φως. Σήκωσε τη φούστα της ψηλά, έβγαλε τα μποτίνια της και μπήκε στο νερό μέχρι το γόνατο.

«Έλα» του φώναξε χαρούμενη «τα άγρια ρόδα μας περιμένουν, δεν έχουμε καιρό. Ξημερώνει»

Περπατούσαν παράλληλα κατά μήκος της όχθης, εκείνη μέσα στο νερό, εκείνος στην ακτή. Γύριζε συνεχώς και πότε του έγνεφε, πότε του φώναζε να κάνει πιο γρήγορα. Μια την έβλεπε και μια την έχανε πίσω από τα ψηλά χόρτα και τις καλαμιές. Το φόρεμα της είχε φύγει από τους ώμους της. Πρώτη φορά παρατηρούσε πόσο μακρύ και λιγνό λαιμό είχε. «Έλα, επιτέλους. Να, εκεί είναι. Τα βρήκα»

Με γυρισμένη την πλάτη και κυκλωμένη από άγριες τριανταφυλλιές, άπλωσε το χέρι της να αγγίξει τα κόκκινα ρόδα μα δεν έφτανε. Έσπρωξε τον εαυτό της πιο κοντά για να χωθεί περισσότερο ανάμεσα τους, να πνιγεί ανάμεσα στα χρώματα. Έψαξε με το βλέμμα γύρω της να δει ποιο θα διαλέξει να κόψει. Προτίμησε το διπλανό της. Δεν το έπιασε σωστά κι ένα αγκάθι της έσκισε το δέρμα. Έβαλε το δάχτυλο στο στόμα ρουφώντας το αίμα που έτρεχε. Τον αισθάνθηκε πίσω της. Γύρισε να τον δει. Ανάμεσα τους έμπαινε απαλά το πρώτο φως της μέρας διαγράφοντας τις παρουσίες τους. Το αίμα από την πληγή είχε βάψει το στόμα της. Του χαμογέλασε κι αφού το σκέφτηκε, άνοιξε τα χείλη της έτοιμη να την φιλήσει.

Το χέρι του σηκώθηκε ψηλά σκοτεινιάζοντας το πρόσωπο της. Η πέτρα της ράγισε το κρανίο. Μια γραμμή με αίμα ξεχώρισε πιο κόκκινη από τα μαλλιά της κι έσταξε πάνω στο φουστάνι στο μέρος της καρδιάς. Άρχισε να πέφτει. Δεν την κράτησε. Το χαμόγελο της δεν έλεγε να σβήσει. Απλώθηκε πάνω στο νερό σαν νούφαρο. Πήρε από το χέρι της το κομμένο ρόδο, έσκυψε πάνω της και της είπε χαϊδεύοντας την στο μέτωπο:

«Όλη αυτή η ομορφιά πρέπει να πεθάνει»

Σφήνωσε το τριαντάφυλλο ανάμεσα στα δόντια της, με τα χείλη της να το αγγίζουν ματωμένα. Το χαμόγελο της αποσύρθηκε νεκρό.  Κοιτούσε τα μάτια της μέχρι να χαθεί κι η τελευταία σπίθα ζωής από μέσα τους. Έμοιαζαν να είναι το μοναδικό κομμάτι του εαυτού της που πολεμούσε να παραμείνει ζωντανό ενώ το σώμα της είχε παραδοθεί αμαχητί στο θάνατο. Απομακρύνθηκε, αφήνοντας τον ήλιο να ανατέλλει, σκορπίζοντας γύρω της σκιές.

Η καμπάνα τον υποδέχτηκε καθώς έμπαινε στο κελί του. Φόρτωσε στην πλάτη του τον μπόγο κι έφυγε σαν μην είχε έρθει ποτέ. Η καρδιά του δεν χτυπούσε. Ο πειρασμός είχε εγκαταλείψει το μυαλό του και καθόταν τώρα στον ώμο του να τον συντροφεύει στο ταξίδι. Ο πυρετός δεν είχε σβήσει όμως είχε πάψει να τον καίει. Λάτρεψε το γαλήνιο κενό που απλωνόταν στην ψυχή του. Συνέχισε τον δρόμο του από το ίδιο μονοπάτι που βρισκόταν όταν την πρωτοείδε χωρίς να καταδεχτεί να κοιτάξει πίσω.


Artwork: Δημήτρης Λίλης

Διαβάστε το άρθρο της Φράνση Παπουτσάκη για τον θρύλο  της Eliza Day, από τον οποίο εμπνεύστηκε το διήγημα.

The following two tabs change content below.

Παπουτσάκη Φράνση

Η Φράνση Παπουτσάκη γεννήθηκε το 1976 στη Νεάπολη Εξαρχείων, κάτω από τον αστερισμό του Σκορπιού. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών, στο τμήμα Κοινωνιολογίας. Μια από τις εργασίες που εκπόνησε είχε ως θέμα: “Οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα από την προοπτική του παραλόγου κατά τον Α. Camus” . Ξεκίνησε τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο “Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της αυτοκτονίας στον κινηματογράφο”, την οποία άφησε σκοπίμως ημιτελή. Οι ιστορίες της έχουν κυκλοφορήσει σε αρκετά ηλεκτρονικά site, όπως το BOOKBAR, το CHALICE και το NYCTOPHILIA καθώς επίσης, στα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά ΚΛΕΨΥΔΡΑ και ΣΟΔΕΙΑ. Όταν δεν γράφει, αρθρογραφεί στο NYCTOPHILIA και στο MINDHACK έχοντας πάντα ως θέμα το παράδοξο της μεταφυσικής. Έχει συμμετάσχει στις ανθολογίες «Θύελλα στο Χρόνο», «Θρύλοι του Σύμπαντος ΙΙΙ, IV», «Θεοί του Ατμού: SteampunkΟράματα»,«Onceupon a time»,«Πτώση των Θεών: Διηγήματα εμπνευσμένα από το έργο του H.P.Lovecraft», «Κόκκινος Θάνατος: Ιστορίες εμπνευσμένες από το έργο του EdgarAllanPoe” και «Το ξύπνημα:Η πρώτη ανθολογία ελληνικού διηγήματος με ζόμπι» των εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές, από τις οποίες κυκλοφόρησε το 2014, η προσωπική της νουβέλα «HideandSeek». Μεταφρασμένα κείμενα της πρόκειται να εκδοθούν σε ξένα περιοδικά. Τα μεγάλα της πάθη εκτός από την πένα της είναι οι ξένες γλώσσες, η κιθάρα της, η blues μουσική, ο βωβός, ο retro και ο cult κινηματογράφος,οι πολεμικές τέχνες και η yoga, πρακτική την οποία βιώνει και διδάσκει.Γράφει και ζει στην Αθήνα.

About The Author

Η Φράνση Παπουτσάκη γεννήθηκε το 1976 στη Νεάπολη Εξαρχείων, κάτω από τον αστερισμό του Σκορπιού. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών, στο τμήμα Κοινωνιολογίας. Μια από τις εργασίες που εκπόνησε είχε ως θέμα: “Οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα από την προοπτική του παραλόγου κατά τον Α. Camus” . Ξεκίνησε τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο “Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της αυτοκτονίας στον κινηματογράφο”, την οποία άφησε σκοπίμως ημιτελή. Οι ιστορίες της έχουν κυκλοφορήσει σε αρκετά ηλεκτρονικά site, όπως το BOOKBAR, το CHALICE και το NYCTOPHILIA καθώς επίσης, στα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά ΚΛΕΨΥΔΡΑ και ΣΟΔΕΙΑ. Όταν δεν γράφει, αρθρογραφεί στο NYCTOPHILIA και στο MINDHACK έχοντας πάντα ως θέμα το παράδοξο της μεταφυσικής. Έχει συμμετάσχει στις ανθολογίες «Θύελλα στο Χρόνο», «Θρύλοι του Σύμπαντος ΙΙΙ, IV», «Θεοί του Ατμού: SteampunkΟράματα»,«Onceupon a time»,«Πτώση των Θεών: Διηγήματα εμπνευσμένα από το έργο του H.P.Lovecraft», «Κόκκινος Θάνατος: Ιστορίες εμπνευσμένες από το έργο του EdgarAllanPoe” και «Το ξύπνημα:Η πρώτη ανθολογία ελληνικού διηγήματος με ζόμπι» των εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές, από τις οποίες κυκλοφόρησε το 2014, η προσωπική της νουβέλα «HideandSeek». Μεταφρασμένα κείμενα της πρόκειται να εκδοθούν σε ξένα περιοδικά. Τα μεγάλα της πάθη εκτός από την πένα της είναι οι ξένες γλώσσες, η κιθάρα της, η blues μουσική, ο βωβός, ο retro και ο cult κινηματογράφος,οι πολεμικές τέχνες και η yoga, πρακτική την οποία βιώνει και διδάσκει.Γράφει και ζει στην Αθήνα.

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *