Select Page

Ο Γέροντας του Δημήτρη Γραμμένου

Ο Γέροντας του Δημήτρη Γραμμένου

Ανέβηκα ξεφυσώντας το τελευταίο από τα 999 σκαλοπάτια. Καλά μυαλά έχω κι εγώ. Μες στο κατακαλόκαιρο να σκαρφαλώνω ντάλα μεσημέρι τα ξεροβούνια. Έλα όμως που δεν άντεχα να περιμένω άλλο. H κατάστασή μου ίσως να οφειλόταν σε μια κρίση μέσης ηλικίας. Ίσως πάλι, στην ξεκομμένη από τη φύση ζωή. Ένιωθα απελπιστικά κενός – πως η ζωή μου δεν είχε κανένα νόημα. Τρία χρόνια φάρμακα και ψυχανάλυση κατάφεραν να ελαφρύνουν σημαντικά την τσέπη μου, αλλά ολωσδιόλου την ψυχή μου.
 
 
 
Είδα κι απόειδα και σκέφτηκα να πάω στο Θιβέτ. Όταν μου είπαν στο τουριστικό γραφείο τις τιμές, έπαθα ένα ταρατατζούμ. Η υπάλληλος αντιλήφθηκε την ταραχή μου κι άρχισε να με ρωτάει διακριτικά για το λόγο του ταξιδιού. Εγώ προσπάθησα να πω κάποια πράγματα, κρατώντας όσο γινόταν τα προσχήματα. «Και γιατί να τρέχετε στην άλλη άκρη του κόσμου και δεν πάτε μέχρι τον Άη-Λιά του Πανωχωρίου, τρεις ώρες δρόμος, ασφαλτοστρωμένος, πέρσι τον φτιάξανε;» μου πέταξε. Στις διευκρινιστικές ερωτήσεις μου η υπάλληλος μού είπε για τον Γέροντα και πόσο κόσμο είχε βοηθήσει – κόσμο γνωστό από τηλεοπτικές περσόνες και πολιτικούς μέχρι θείες, τρίτα ξαδέρφια και μπατζανάκηδες. Μου ανέφερε και τα 999 σκαλοπάτια…
 
«Τι έχω να χάσω;» σκέφτηκα. Αφού σημείωσα τις οδηγίες σε μια χαρτοπετσέτα μπήκα στο αυτοκίνητο και όπως ήμουν με τα ρούχα της δουλειάς πήρα το δρόμο προς τη λύτρωση.
 
Να ‘μαι λοιπόν, λούτσα στον ιδρώτα και με πόδια έτοιμα να εκραγούν μέσα στα δερμάτινα παπούτσια, μπροστά στον αυλόγυρο του Άη-Λιά. Ένας μεσόκοπος μοναχός είναι ξαπλωμένος στη σκιά ενός βράχου και παίζει νωχελικά ένα κομπολόι.
 
«Καλώς τον. Πως από τα μέρη μας;» με ρωτά.
 
«Ψά-ψα-ψάχνω να βρω τον Γέροντα», απαντώ με δυσκολία, αφού το στόμα μου έχει γίνει παπούτσι από τη δίψα.
 
«Ο Γέροντας σε βρίσκει, δεν τον βρίσκεις,» λέει αυτός χαρούμενος που του έδωσα την ευκαιρία για μια πληρωμένη απάντηση – που είμαι σίγουρος ότι δεν σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή.
 
Έσκασα απρόθυμα ένα χαμόγελο κι έσπρωξα τη σκουριασμένη πόρτα. Τριγύρω υπήρχε μια έντονη εικόνα εγκατάλειψης. Χορταριασμένα παρτέρια, ξεχαρβαλωμένα παράθυρα, τζάμια σπασμένα.
 
Αφού έπρεπε να περιμένω, αποφάσισα να το κάνω στη σκιά. Έβγαλα το σακάκι και κάθισα σ’ ένα μισοκατεστραμμένο σκαλοπάτι. Στο διπλανό παρτέρι υπήρχε μια τριανταφυλλιά που μόλις κατάφερνε να ξεπροβάλει ανάμεσα στα αγριόχορτα.
 
Ο μεσημεριάτικος ήλιος μου έκαιγε τα μάτια. Τα έκλεισα για λίγο. Όταν τα άνοιξα, είδα ένα γέρο με μακριά, λευκή γενειάδα και τριμμένο ράσο να σκαλίζει το παρτέρι με την τριανταφυλλιά. «Αυτός είναι!» σκέφτηκα ενθουσιασμένος.
 
Ο μοναχός δε μου έδωσε την παραμικρή σημασία. Έτσι, γονάτισα δίπλα του και είπα προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο: «Καλησπέρα Γέροντα. Θέλετε να σας βοηθήσω να ξεριζώσετε τα αγριόχορτα;» κι άπλωσα το χέρι να κόψω ένα. Αυτός τινάχτηκε λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Άρπαξε το χέρι μου με τόση δύναμη που πόνεσα.
 
«Προς Θεού! Μη!» φώναξε.
 
Από τη σαστισμάρα μου έχασα την ισορροπία μου και ξαπλώθηκα φαρδύς-πλατύς στο χώμα.
 
«Συγνώμη τέκνο μου,» απολογήθηκε ο μοναχός. «Είσαι καλά;»
 
«Ναι, μην ανησυχείτε, αλλά, γιατί;»
 
«Γιατί πήγες να αφαιρέσεις τη ζωή από ένα δημιούργημα του Κυρίου», απάντησε και κάθισε δίπλα μου.
 
«Μα ήταν ένα παράσιτο!» διαμαρτυρήθηκα.
 
«Παράσιτο; Χα, χα! Ας γελάσω. Στον κήπο του Θεού δεν υπάρχουν παράσιτα – τα πάντα εν σοφία εποίησε. Κάθε τι έχει τη θέση του και το δικό του λόγο ύπαρξης. Ακόμα κι αν εμείς δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε, Αυτός τον γνωρίζει κι αυτό αρκεί», είπε δείχνοντας προς τον ουρανό.
 
«Αυτό είναι!» σκέφτηκα. «Κάθε τι – ακόμα κι εγώ – έχει κάποιο λόγο να υπάρχει. Αλλιώς γιατί να μπει ο Θεός στον κόπο να το φτιάξει; Ο Γέροντας είναι τόσο σοφός όσο λένε. Δίχως να πω κουβέντα κατάλαβε το πρόβλημά μου και χρησιμοποιώντας έναν συμβολισμό, μου έδωσε την απάντηση που αναζητούσα!»
 
Έσκυψα και φίλησα τα γεμάτα χώματα χέρια του Γέροντα που με κοίταζε παραξενεμένος.
 
«Να’ σαι καλά Γέροντα, να ‘σαι καλά», είπα κι έφυγα τρέχοντας.
 
Έξω από τον αυλόγυρο βρισκόταν ακόμα ο μοναχός με το κομπολόι.
 
«Που πας; Φεύγεις κιόλας;» με ρώτησε.
 
«Αποστολή εξετελέσθη!» φώναξα θριαμβευτικά.
 
«Καλά κι ο Γέροντας;» «Εντάξει, με βρήκε!»
 
«Μα δεν έχει έρθει ακόμα…»
 
«Καλά κι αυτός στον κήπο ποιος ήταν;»
 
«Ο πατέρας Αγάπιος, ο κηπουρός. Τι κηπουρός δηλαδή που τα έχει χάσει πια ο καημένος και δεν αγγίζει τίποτα μη χαλάσει λέει κάτι από το σχέδιο του Θεού. Δεν είδες πως έχει καταντήσει ο κήπος; Ερείπιο…»  
 


Φωτογραφία: Ρώσος Ορθόδοξος Χριστιανός με καλάθι του Einar Erici.
Πηγή: Swedish National Heritage blockhttp://www.raa.se/

The following two tabs change content below.

Γραμμένος Δημήτρης

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σήμερα ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης όπου εργάζεται ως Κύριος Ερευνητής στο Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Δεν είναι συγγραφέας. Απλά κάποιες στιγμές χρησιμοποιεί λευκές σελίδες χαρτιού για να μαζεύει όνειρα, ελπίδες και συναισθήματά του πριν πέσουν στο πάτωμα. Περισσότερες ιστορίες του στο: http://dgrammenos.blogspot.gr

Latest posts by Γραμμένος Δημήτρης (see all)

About The Author

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σήμερα ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης όπου εργάζεται ως Κύριος Ερευνητής στο Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Δεν είναι συγγραφέας. Απλά κάποιες στιγμές χρησιμοποιεί λευκές σελίδες χαρτιού για να μαζεύει όνειρα, ελπίδες και συναισθήματά του πριν πέσουν στο πάτωμα. Περισσότερες ιστορίες του στο: http://dgrammenos.blogspot.gr