Select Page

Μόνος της Γιώτας Φλώρου

Μόνος της Γιώτας Φλώρου

«Λες να τους ξυπνήσει ο θόρυβος;» Η μαύρη μηχανή διέσχιζε τους δρόμους. Ήταν το αγαπημένο του μέσο μετακίνησης εδώ και χρόνια και εκτός από μερικές εξαιρέσεις ήταν ο μοναδικός και μόνιμος αναβάτης της. Τον τελευταίο καιρό, ένιωθε ακόμα πιο έντονα σαν τον «μοναχικό καβαλάρη». Άρχισε, μάλιστα, να φοράει ρούχα σε μαύρη απόχρωση για να ταιριάζει όλο και περισσότερο μαζί της.

Επέστρεφε συνήθως από την δουλειά ή από ξενύχτι στο σπίτι του τις μικρές ώρες της νύχτας. Του άρεσαν οι σχεδόν έρημοι δρόμοι, η μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που περνούσε από το μυαλό του η σκέψη για το πόσο μπορεί να ενοχλεί ή να ξυπνά τους άλλους ο θόρυβος της μηχανής. Όταν σχεδόν όλα ήταν κλειστά και φαινομενικά ήσυχα, εκείνος ένιωθε λιγάκι σαν το μικρό παιδί που όσο του λένε να μην κάνει φασαρία εκείνο δεν ακούει και κάνει του κεφαλιού του. Αλλά, πάλι, αναλογιζόταν, η σημερινή κοινωνία είναι απόλυτα βασισμένη στον θόρυβο, σε κάθε είδους θόρυβο. Όλοι τον είχαν συνηθίσει, σαν ένα πρόσωπο που βλέπουν κάθε μέρα.

Περισσότερο, όμως, από αυτή τη σκέψη τον «βασάνιζε» μια άλλη. Όχι μόνο τώρα που μεγάλωσε. Υπήρχε μέσα του από παλιά, από τον καιρό των ασπρόμαυρων -όπως τις αποκαλούσε- αναμνήσεων των παιδικών του χρόνων. Τους χειμώνες, έβλεπε τα αναμμένα φώτα μέσα στα σπίτια, μέσα στα δωμάτια, και την βαριά κουρτίνα τραβηγμένη ώστε να μην φαίνεται το εσωτερικό. Τα καλοκαίρια, πάλι, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά φαρδιά-πλατιά και η άσπρη δαντελένια κουρτίνα ήταν τραβηγμένη στο πλάι για να υποδεχτεί με ένα μόνο φύσημα την δροσιά που θα ανακούφιζε τα ιδρωμένα μέτωπα. Δεν ήξερε γιατί, δεν το είχε ψάξει, αλλά πάντα τον ενδιέφερε η ζωή. Όχι μόνο η δική του, αλλά και των άλλων. Οι ειδικοί-και όχι μόνο-θα μπορούσαν να αναλύουν επί ώρες το «θέμα» του για να βρουν τις κρυμμένες αιτίες.

Αυτό, όμως που τον προκαλούσε περισσότερο ήταν τα αναμμένα φώτα κάτι τέτοιες ώρες, τα χαράματα. Ποιος πέρασε την καλύτερη και ποιος την χειρότερη νύχτα της ζωής του; Ποιος την περνάει τώρα; Ποιος βασανίζεται από φαντάσματα και σκέψεις και δεν κοιμάται; Πόση χαρά και πόσος πόνος να κρύβονται κάτω από τα ηλεκτρικά φώτα στις τρεις ή στις τέσσερις το πρωί; Ποιος χαίρεται και δεν καταλαβαίνει πως περνά η ώρα και ποιος ξαγρυπνά για να πενθήσει και να θυμηθεί όσα δεν θα έρθουν ποτέ ξανά;

Δεν θα ενοχλούσε κανέναν πλέον. Ο θόρυβος σταμάτησε. Μπροστά σε μια πολυκατοικία ίδια με τις άλλες, ακόμα και αυτές που βρίσκονταν στην άλλη άκρη μιας άλλης πόλης. Ανέβασε το βλέμμα του ψηλά και κοίταξε έναν-έναν τους ορόφους. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε. Απόψε και για πρώτη φορά εδώ και καιρό, ομοιομορφία. Παράθυρα και φώτα όλα κλειστά. Κανένας δεν είχε ανάγκη για παρηγοριά.

Το σπίτι του τον περίμενε όπως κάθε βράδυ. Σχεδόν σκοτεινό και σχεδόν έρημο. Τα φώτα του δρόμου πέρναγαν μέσα από τις κουρτίνες και σχημάτιζαν την σκιά των επίπλων και των αντικειμένων. Τα δύο σκυλιά του είχαν αράξει στον καναπέ και μόλις τον είδαν πετάχτηκαν να τον προϋπαντήσουν. Ευτυχώς που υπήρχαν και εκείνες οι δύο ψυχές γιατί αλλιώς η μοναξιά θα τον πλάκωνε όπως τον πλάκωναν ενίοτε τα άσπρα ντουβάρια ακόμα και όταν δεν έμενε πολλές ώρες στο σπίτι.

Έβγαλε τα άβολα ρούχα της δουλειάς και φόρεσε πιο άνετα. Έκατσε στην πολυθρόνα του σαλονιού χωρίς να ανάψει κανένα φως, ούτε καν την τηλεόραση. Το φως του δρόμου τρεμόπαιξε για λίγο πριν σταθεροποιηθεί και πάλι. Τα δυο σκυλιά του στάθηκαν στα πόδια του, έτοιμα, σαν υπηρέτες, να εκτελέσουν τις διαταγές του. Ήταν πολύ κουρασμένος για να τα βγάλει βόλτα, αν και λίγος καθαρός αέρας σίγουρα θα του έκανε καλό. Έγειρε πίσω το κεφάλι του και έκλεισε τα μάτια. Έκανε νοερά τον απολογισμό της ημέρας. Τίποτα συνταρακτικό δεν συνέβη. Οι ίδιοι ήχοι, οι ίδιες λέξεις, τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες εκφράσεις, τα ίδια παιχνίδια, ο ίδιος ουρανός, τα ίδια κτίρια, η ίδια νοοτροπία, η ίδια μιζέρια. Η ίδια μοναξιά.

«Και ο έρωτας;»

Το γκράφιτι που είχε δει σε έναν τοίχο της πόλης ρωτούσε το αυτονόητο. Που πήγε ο έρωτας που κάνει τα μαγικά του και όλα, αν και πανομοιότυπα, μοιάζουν τόσο διαφορετικά, τόσο καινούρια, τόσο φωτεινά και αισιόδοξα;

Κρύφτηκε. Μέσα σε ματιές που λένε πολλά και σε κορμιά που δεν κάνουν απολύτως τίποτα. Φυλακίστηκε μέσα σε δειλές ψυχές. Κάπου-κάπου, βρίσκεται ένας άνθρωπος τρελός και χωρίς να το πολυσκεφτεί ανοίγει την πόρτα με τα κάγκελα. Και τότε, δεν γεννιούνται όλα από την αρχή μόνο για εκείνον που τολμά, αλλά και για όλους τους άλλους. Το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο και το δημόσιο ελπίδα.

Ήταν, κάποτε, ένας άντρας που τον έλεγαν τρελό. Τρελό και θαρραλέο. Αν τώρα κοίταζε στον καθρέπτη θα τον έβλεπε. Τώρα πια, μόνο η εξωτερική του όψη ήταν ίδια. Είχε το θάρρος και το θράσος να διεκδικήσει το κομμάτι του καθαρού ουρανού που δικαιούται ο καθένας. Αυτό που ίσως ονομάζεται «ευτυχία». Του καθαρού και γαλανού ουρανού, τόσο γαλανού όσο τα δυο της μάτια. Και τη στιγμή που περηφανευόταν ότι μπορεί να λέγεται «άνθρωπος» γιατί κατάφερε να βιώσει σε τόσο μικρό διάστημα τόσο υψηλά συναισθήματα, ήταν που τον καταπλάκωσε ο ίδιος ουρανός που νόμιζε ότι κρατούσε στα χέρια του.

Πληγώθηκε και κλείστηκε πάλι στη φυλακή του. Χωρίς δάκρυα-φανερά, τουλάχιστον-βασάνιζε το μυαλό του με ερωτήσεις παντός είδους. Μια μόνο λέξη εμφανιζόταν ξανά και ξανά με μικρά και κεφαλαία γράμματα, υπογραμμισμένη και χρωματιστή, σαν ψίθυρος και σαν κραυγή, και ζητούσε λύτρωση. «Γιατί;»

Ώσπου ήρθε η ζωή χωρίς να ρωτήσει. Τον πήρε από το χέρι σαν να ήταν απροστάτευτο μικρό παιδάκι και τον έβαλε πάλι πίσω στον χορό, στον ασταμάτητο, αιώνιο χορό της. Ξύπνησε ένα πρωινό και είπε: «Πάει, πέρασε». Μάλλον ξέχασε.

Μάλλον…

Γιατί είναι κάτι βράδια, ας πούμε, σαν το αποψινό, που θέλει δεν θέλει έρχεται μια μορφή να στήσει το δίχτυ της στο μυαλό του. Ακούει το παρελθόν να του χτυπά την πόρτα. Ανέκαθεν ευγενικός, δεν μπορεί, ίσως και να μην θέλει να αρνηθεί να του ανοίξει.

Φοράει κάτι ζεστό και βγαίνει από το σπίτι παρέα με τα δυο σκυλιά. Πάνω στον λόφο, τα νυχτερινά φώτα κρύβουν την πρωινή ασχήμια. Προσπαθεί να τα μετρήσει, αλλά δεν μετριούνται. Προσπαθεί να διακρίνει φιγούρες, αλλά όλα φαίνονται μακρινά από τόση απόσταση.

Ποιος περνά την χειρότερη και ποιος την καλύτερη νύχτα;  


Φωτογραφία:
η καρέκλα του Νίκου Χατζηϊακώβου

http://chatziiakovou.gr/p-767-%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CE%B1

The following two tabs change content below.

Φλώρου Γιώτα

Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών συνεχίζοντας τις σπουδές της στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Κείμενα της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά μέσα (onestory.gr, microstory.gr, shortstory.gr, bibliotheque) καθώς και στο έντυπο περιοδικό Chimeres. Συμμετέχει στις συλλογές διηγημάτων «Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος» (κυκλοφορεί δωρεάν στο διαδίκτυο από τις εκδόσεις Σαΐτα) , «Summer Stories» (εκδόσεις Fortezza), «33» (διανέμεται δωρεάν από την ιστοσελίδα microstory.gr) και «Καλοκαιρινά Ναυάγια» (εκδόσεις Πολύτροπον). Διακρίθηκε στο διαγωνισμό σεναρίου για ταινία μικρού μήκους που διοργάνωσε η ιστοσελίδα eyelands.gr. Γράφει στην ιστοσελίδα «Arts and the city».

Latest posts by Φλώρου Γιώτα (see all)

About The Author

Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών συνεχίζοντας τις σπουδές της στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Κείμενα της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά μέσα (onestory.gr, microstory.gr, shortstory.gr, bibliotheque) καθώς και στο έντυπο περιοδικό Chimeres. Συμμετέχει στις συλλογές διηγημάτων «Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος» (κυκλοφορεί δωρεάν στο διαδίκτυο από τις εκδόσεις Σαΐτα) , «Summer Stories» (εκδόσεις Fortezza), «33» (διανέμεται δωρεάν από την ιστοσελίδα microstory.gr) και «Καλοκαιρινά Ναυάγια» (εκδόσεις Πολύτροπον). Διακρίθηκε στο διαγωνισμό σεναρίου για ταινία μικρού μήκους που διοργάνωσε η ιστοσελίδα eyelands.gr. Γράφει στην ιστοσελίδα «Arts and the city».