Select Page

Μπλεγμένοι Κύκλοι της Αμαλίας Νινιράκη

Μπλεγμένοι Κύκλοι της Αμαλίας Νινιράκη
Το αυγουστιάτικο μελτέμι ανακάτευε τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Ακούμπησε την πλάτη της στο βράχο ενός μικρού κολπίσκου, πήρε στη χούφτα της βότσαλα και τα πέταξε στη θάλασσα, άκουσε τον παφλασμό τους καθώς βυθίζονταν και είδε τους ομόκεντρους κύκλους που σχηματίζονταν στην επιφάνεια να μπλέκονται μεταξύ τους.
 
Στο μυαλό της ήρθε η εικόνα ενός γεροδεμένου άντρα με μουστάκια να τη σπρώχνει βίαια σε ένα βοσκότοπο φραγμένο με δίχτυ. Εκείνη κατηφορίζει κλαίγοντας, βάζει μπροστά στο στόμα τις μαύρες πλεξούδες για να μην κάνει εμετό από τη μυρωδιά των περιττωμάτων των προβάτων ανακατωμένη με θυμάρι και ρίγανη. Τα αχινοπόδια ξεσκίζουν το μαύρο φουστάνι. Εκείνος την πετά σε ένα βράχο στην άκρη του μικρού κολπίσκου και παλεύουν, αλλά την ακινητοποιεί με απανωτά κτυπήματα. Κατεβάζει το παντελόνι του, της ανοίγει βίαια τα παχουλά της πόδια ενώ το σώμα του ανεβοκατεβαίνει πάνω της. Το αλάτι των κυμάτων που σκάνε δίπλα, τσούζουν τις πληγές της. Οι καυτές αχτίνες του ήλιου τη θαμπώνουν, ο ιδρώτας του στάζει στα δακρυσμένα μάγουλα της, το κορμί της πάλλεται από πόνο και το σπέρμα του χύνεται καυτό μέσα της.
 
Τον τελευταίο καιρό της είχε γίνει έμμονη ιδέα να ταξιδέψει στην Κρήτη. Κατέβηκε από τη Γερμανία χωρίς να έχει κλείσει ξενοδοχείο, νοίκιασε στο αεροδρόμιο ένα αυτοκίνητο και πάνω στην εθνική σταμάτησε ξαφνικά στο μέρος που οδηγούσε στο μικρό κολπίσκο.
 
Ένιωθε εξαντλημένη καθώς ανέβαινε το λόφο που είχε έρθει. Τα πόδια της γδέρνονταν στα αχινοπόδια και σκόνταψε στα απομεινάρια ενός φράχτη.
 
Αντί για το δρόμο που ήταν το αυτοκίνητο της πήρε το δρομάκι που οδηγούσε σε ένα παραθαλάσσιο χωριό.
 
Τα καλντερίμια της φάνηκαν πολύ γνωστά. Κοντοστάθηκε σε ένα εγκαταλειμμένο σπιτάκι με μια πράσινη σκοροφαγωμένη πόρτα. Οι σοβάδες του είχαν φύγει ξεθάβοντας την πέτρα που είχε κτιστεί. Τσουκνίδες ξεπετάγονταν από τις χαραμάδες και ο κήπος γεμάτος αγριόχορτα. Το τζάμι του παράθυρου σπασμένο και τα κάγκελα γεμάτα σκουριά. Το μυαλό της πλημμύρισε με εικόνες του εαυτού της με μάτια πρησμένα από το κλάμα. Τη βλέπει να χαϊδεύει τη φωτογραφία των νεκρών γονιών της. Γεμάτη ντροπή νιώθει στο σώμα της το παιδί του ξαδέλφου της, του προέδρου του χωριού. Η κοιλιά της φουσκώνει μέρα με τη μέρα όσο κι αν προσπαθεί να την κρύψει. Στην αυλή ακούγονται βαριά βήματα και η πόρτα παραβιάζεται. Αφήνει μια κραυγή στην παρουσία του. Τα μαύρα μουστάκια του ξαδέλφου ταλανίζονται καθώς τη χτυπάει με τα στιβάνια στην κοιλιά, μέχρι που την αφήνει αιμόφυρτη χωρίς πνοή.
 
Ο ψυχαναλυτής που έβλεπε στη Γερμανία για τους εφιάλτες, της είχε πει ότι έκλαιγε συνεχώς κατά τη διάρκεια των υπνώσεων και μιλούσε παράξενα ελληνικά.
 
Είδε την πόρτα να ανοιγοκλείνει από τον αέρα. Μπήκε μέσα και σκόνταψε σε μια φθαρμένη κορνίζα. Αμυδρά διακρινόταν η μορφή της παχουλής κοπέλας με πλεξούδες που στοίχειωνε τα όνειρα και τις αναμνήσεις της. Στον ψυχαναλυτή σταμάτησε να πηγαίνει όταν άρχισε να της μιλάει για μετενσαρκώσεις. Παράτησε τη φωτογραφία και έφυγε τρέχοντας.
 
Κάθισε σε ένα καλντερίμι και ένιωθε τα μηνίγγια της έτοιμα να σπάσουν. Έκλεισε τα μάτια και άκουσε σιωπηλές περπατησιές και μοιρολόγια. Ένα φέρετρο με εκείνη μέσα μεταφέρεται στο νεκροταφείο. Μάταια εστίαζε στις γλάστρες με τους βασιλικούς στις αυλές των σπιτιών για να αφαιρεθεί. Ένας από αυτούς που σηκώνουν το φέρετρο είναι ο ξάδελφος της. Σταμάτησε ασυναίσθητα να ανηφορίζει και κατηφόρισε σε ένα σπίτι με σιδερόφρακτο κήπο. Έξω ήταν ένας γέρος με στιβάνια και άσπρα μουστάκια. Συγκινημένος διάβαζε την πρόσκληση για να τον τιμήσουν , σαν πρόεδρο του χωριού με πολλές τετραετίες και κοινωνικό έργο, στην πλατεία του χωριού ανήμερα της Παναγίας. Τον αναγνώρισε και η ανάσα της κόπηκε. Ήταν εκείνος. Μία ακατανίκητη δύναμη την ώθησε να τον πλησιάσει. Κύματα οργής διαπέρασαν το κορμί της. Δεν ήξερε πλέον αν ήταν η εικοσάχρονη Γερμανίδα ή η κοπέλα με τις πλεξίδες. Εκείνος χλόμιασε και με γουρλωμένα μάτια άφησε μια άναρθρη κραυγή. Εκείνη τρομοκρατήθηκε καθώς παρατήρησε τη σκιά της να παίρνει τη μορφή μιας παχουλής φιγούρας με πλεξούδες και να τον σφίγγει στο λαιμό.
 
Έγειρε την πλάτη της σε ένα πεζούλι και έτρεμε. Τα μαλλιά της ήταν κολλημένα από τον ιδρώτα καθώς έβλεπε ακόμα τη σκιά της παχουλής φιγούρας με τις πλεξούδες. Οι ώρες περνούσαν με εκείνη ακίνητη ∙ μόνο όταν άκουσε τους πένθιμους ήχους της καμπάνας να ηχούν και είδε τη σκιά της να επανέρχεται, έφυγε προς στο μέρος που είχε αφήσει το αυτοκίνητο.  
 


Φωτογραφία:George Hodan

The following two tabs change content below.

Νινιράκη Αμαλία

Είναι μαθηματικός και ιδιοκτήτρια φροντιστηρίου μέσης εκπαίδευσης ενώ από το 2009 δραστηριοποιείται και στο χώρο της επαγγελματικής κατάρτισης. Tο 2007 ανακαλύπτει, μέσω ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής με το συγγραφέα Λευτέρη Γιαννακουδάκη, μια διαφορετική οπτική γωνία των πραγμάτων. Αρχίζει να γράφει ιστορίες και να χρησιμοποιεί τα μαθηματικά στην πλοκή των ιστοριών της. Το 2009 το διήγημά της « Τα σαλβάρια» βραβεύεται σε παγκρήτιο λογοτεχνικό διαγωνισμό. Άλλα της διηγήματα δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ενώ το 2013 οι «Mπλεγμένοι Κύκλοι» παίρνουν το τρίτο βραβείο στον παγκρήτιο διαγωνισμό του βιβλιοπωλείου Ελευθερουδάκη με κριτή το συγγραφέα Μάνο Κοντολέων.

Latest posts by Νινιράκη Αμαλία (see all)

About The Author

Είναι μαθηματικός και ιδιοκτήτρια φροντιστηρίου μέσης εκπαίδευσης ενώ από το 2009 δραστηριοποιείται και στο χώρο της επαγγελματικής κατάρτισης. Tο 2007 ανακαλύπτει, μέσω ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής με το συγγραφέα Λευτέρη Γιαννακουδάκη, μια διαφορετική οπτική γωνία των πραγμάτων. Αρχίζει να γράφει ιστορίες και να χρησιμοποιεί τα μαθηματικά στην πλοκή των ιστοριών της. Το 2009 το διήγημά της « Τα σαλβάρια» βραβεύεται σε παγκρήτιο λογοτεχνικό διαγωνισμό. Άλλα της διηγήματα δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ενώ το 2013 οι «Mπλεγμένοι Κύκλοι» παίρνουν το τρίτο βραβείο στον παγκρήτιο διαγωνισμό του βιβλιοπωλείου Ελευθερουδάκη με κριτή το συγγραφέα Μάνο Κοντολέων.