Select Page

Λίλα, η Πρόσφυγας – του Ravi Dhar

Λίλα, η Πρόσφυγας – του Ravi Dhar

Κάθισε σε μια γωνία. Τα μάτια της καρφωμένα σε κάποιο αόριστο σημείο στο άπειρο· η σαραβαλιασμένη μισάνοιχτη πόρτα μισή από ξύλο και μισή από κασσίτερο, της επέτρεπε να βλέπει έξω, κυρίως τη θέα του έρημου δρόμου αλλά και λίγο από αυτή του συννεφιασμένου ουρανού. Στο μεταξύ, τα ροζιασμένα χέρια της ίσιωσαν το σάρι, τη μπλούζα και τα σφιχτά πλεγμένα πίσω μαλλιά της. Οι γυναίκες Παντίτ του Κασμίρ* στην κοιλάδα φόραγαν ένα μακρύ φουστάνι που έφτανε ως τους αστραγάλους, με ένα βαμβακερό ζωνάρι τυλιγμένο γύρω από την μέση και ένα κάλυμμα κεφαλής που το λένε ταγκάρ, με μια μακριά βαμβακερή ουρά που έφτανε αρκετά κάτω από την μέση. Αφού οι μουτζαχεντίν τους υποχρέωσαν να φύγουν από την κοιλάδα, η οικογένειά της όπως και πολλές άλλες από την μικρή κοινότητα των Παντίτ του Κασμίρ αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο στους θερμούς και θαμνώδεις πρόποδες του βουνού Τζαμού. Για να προσαρμοστούν στα πολιτιστικά ήθη αυτού του άκεφου τόπου έπρεπε να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή ενδυμασία του Κασμίρ. Προφανώς δεν αισθανόταν πολύ άνετα στα καινούρια της ρούχα. Η τσίγκινη στέγη από πάνω της ψηνόταν και την έκανε να ιδρώνει φοβερά. Σκούπησε στάλες ιδρώτα από το πρόσωπό και το μέτωπό της ξανά και ξανά με έναν εκνευριστικά μονότονο ρυθμό.

Μπροστά από τα μάτια της πέρασε το πολυτάραχο παρελθόν της. Ένα χαμόγελο έσκασε στο κακοκαιρισμένο πρόσωπό της όταν θυμήθηκε πως όταν ήταν παιδί ριχνόταν στα γόνατα του πατέρα της ενώ οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί της λοξοκοίταζαν. Ήταν η μοναχοκόρη των γονιών της. Την εποχή που κανένας δεν μιλούσε για οικογενειακό προγραμματισμό, οι γονείς της είχαν μόνο τρία παιδιά, αυτήν και τους δυο μεγαλύτερους αδερφούς της. Καθώς ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας, ήταν το χαϊδεμένο τους και ιδιαίτερα του πατέρα της, που την έβλεπε σαν τον τρίτο του γιο. Ο πατέρας της ήταν ένας άντρας που δεν σήκωνε χαζομάρες και τον φοβόντουσαν όλοι μηδενός εξαιρουμένου. Κάθε μυς του προσώπου του ήταν επίκτητος και τσιτωμένος. Όχι μόνο τα παιδιά αλλά ακόμα και οι ενήλικες σπάνια έβλεπαν αυτούς τους μύες να χαλαρώνουν για να αφήσουν να σκάσει ένα χαμόγελο. Αλλά δεν ήταν έτσι με την Λίλα. Όχι μόνο γέλαγε και έπαιζε μαζί της αλλά την άφηνε κιόλας να παίρνει θάρρος μαζί του. Η μητέρα της διαμαρτυρόταν σε αυτό το παραχάιδεμα. Αλλά, με την υποστήριξη του ελαστικού πατέρα της, κανείς δεν μπορούσε να την φοβερίσει για να ασχοληθεί με τις καθημερινές δουλειές. Αυτές ήταν πράγματι χρυσές εποχές.

Όμως κάποιο χειμώνα, καθώς το χιόνι στιβαζόταν έξω στον περίβολο, με όλες τις οδικές αρτηρίες μπλοκαρισμένες, η μητέρα της χρειάστηκε επειγόντως ιατρική βοήθεια. Με μόνο έναν βοηθό γιατρού διαθέσιμο στην γειτονιά, που δεν ήξερε τίποτα παραπάνω από το να κάνει ενέσεις, άφησε την τελευταία της πνοή. Πήρε μαζί της και όλα τα χαμόγελα από τη ζωή της Λίλα. Ο πατέρας σταμάτησε να παίζει και να γελάει μαζί της αν και ακόμα της έδειχνε την φροντίδα του. Οι ζάρες στα φρύδια του έγιναν πιο βαθιές.Ανησυχούσε, ήταν φανερό. Η μόνη έγνοια του ήταν σχετικά με τον γάμο των δύο του γιών. Ποιός θα συμφωνούσε να δώσει τις κόρες του για γάμο σε μια οικογένεια εργένηδων; Εκείνη σταμάτησε να γίνεται βάρος στον πατέρα της, προσπαθώντας να φανεί χρήσιμη όπου μπορούσε. Ο ανήσυχος πατέρας κοίταζε με τρυφερή ματιά αυτές τις προσπάθειές της.

Καθώς το χιόνι έλιωνε και η ζωή άνθιζε ξανά πάνω στα γυμνωμένα δέντρα, βρήκε ασχολία στον κήπο της κουζίνας στην πίσω αυλή. Ήταν ευχάριστο να βλέπει τις τριανταφυλλιές να ζωντανεύουν με ρόδα διαφόρων χρωμάτων. Της άρεσε τόσο πολύ το άρωμά τους. Για αυτό βάδιζε αργά όταν ήταν κοντά τους, τα χάιδευε με τα χέρια της και μετά έχωνε το πρόσωπό της βαθιά μέσα τους για να εισπνεύσει το άρωμά τους. Οι κατιφέδες είχαν ανθίσει επίσης. Βρίσκονταν τριγύρω σε μπουκέτα. Το φωτεινό άλικο χρώμα γύρω από το μελαγχολικό κίτρινο πάντα ησύχαζε την καρδιά της με ένα κάλυμα ειρήνης. Τα ξερίζωσε όλα, ένα ένα για το «θόκιρ κάθ», το δωμάτιο προσευχής. Βλέπωντας όταν ήταν παραπάνω από αρκετά, έφερε μερικά μέσα στο σπίτι.

Τότε ήταν που παρατήρησε τον Ρόγκα Μπιόυ, τον Αδερφό Ραγκουνάθ, τον οικογενειακό ιερέα. Είχε έναν καυγά με τον πατέρα της. Μπουρούσε να ακούσει το όνομά της να το αναφέρουν στο ενδιάμεσο.  Αφού ο παπάς έφυγε, ο πατέρας της την κάλεσε κοντά του. Εξήγησε πόσο βαθιά την αγαπούσε και ποτέ δεν θα ήθελε εκείνη να φύγει μακριά από το σπίτι του. Αλλά και πάλι ήταν ένα κορίτσι. Και κάθε κορίτσι έπρεπε κάποια μέρα να φύγει από το σπίτι του πατέρα της. Αυτό ήταν το έθιμο στην κοινότητα και κανείς δεν μπορούσε να το αλλάξει. Η Λίλα ηταν ακόμα πολύ μικρή για να καταλάβει γιατί επρεπε να αφήσει το πατρικό της. Ο πατέρας της εξήγησε ότι όταν ένα κορίτσι παντρευόταν έπρεπε να φύγει και να πάει στο σπίτι του άντρα της. Τότε, μια ανάμνηση την χτύπησε σαν κεραυνός. Είχε δει την μεγαλύτερη ξαδέρφη της να φεύγει από το σπίτι μετά τον γάμο της. Αλλά,ακόμα είχε ερωτήσεις. Δεν μπορούσε να μείνει παραπάνω στο σπίτι; Δεν μπορούσε ο γάμος της να αναβληθεί; Και τι θα γίνει με τους αδεφούς της; Ήταν μεγαλύτεροι από αυτήν. Δεν θα έπρεπε να παντρευτούν πρώτοι;

Τότε ο πατέρας της είπε την αληθινή ιστορία. Θα τη δίνανε σε γάμο ώστε ο μεγαλύτερος αδερφός της να μπορέσει να παντρευτεί. Σύζυγος της θα ήταν ο αδερφός του κοριτσιού το οποίο θα παντρευόταν τον μεγαλύτερό της αδερφό. Ο πατέρας της εξήγησε ότι θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μια νύφη για τον αδερφό της χωρίς αυτή τη διευθέτηση. Και επειδή η Λίλα ήταν σαν γιος για εκείνον, περίμενε από αυτή να σώσει την οικογένεια. Βλέποντα τον πατέρα της πολύ ανήσυχο, έδωσε αμέσως την συγκατάθεσή της. Δεν της άρεσε το θέαμα του πατέρα της να ανησυχεί για οτιδήποτε. Της είχε δώσει τόσο πολλή αγάπη και στοργή. Δεν θα μπορούσε να κάνει και αυτή κάτι τόσο μικρό και ασήμαντο για τον αγαπημένο της πατέρα; Ούτε που συνειδητοποίησε ότι είχε πέσει στην παγίδα που της είχε στήσει το πεπρωμένο.

Η πρόταση είχε έρθει από μία οικογένεια από το διπλανό χωριό της Ζαϊναπούρης. Ήθελαν την Λίλα για τον νεαρό και όμορφο γιο τους που δούλευε στο τμήμα εσόδων στο Ραβαλπίντι. Ο πατέρας της Λίλα το είχε απλά απορρίψει. Αλλά δεν θα υποχωρούσαν τόσο εύκολα. Ήθελαν να μάθουν γιατί ο πατέρας της Λίλα δεν ενέκρινε ένα τόσο καλό ταίρι. Εκείνος τους ξεκαθάρισε ότι αυτός ο γάμος δεν μπορούσε να γίνει από το στιγμή που οι γιοί του δεν είχαν παντρευτεί. Και εξάλλου, δεν είχαν αρκετή γη για να προικίσουν την κόρη ενός τόσο μεγάλου κτηματία όπως αυτός. Κατανοώντας τους προβληματισμούς του, πρότειναν μια αμοιβαία διευθέτηση. Θα έδιναν την κόρη τους στον μεγαλύτερο γιο του για να εξασφαλίσουν το χέρι της Λίλα για τον γιο τους. Η ιδέα άρεσε στον πατέρα της. Αλλά, δεν ήταν σίγουρος πώς θα το έπαιρνε η κόρη του. Επίσης, είχε άλλη μια αμφιβολία επίσης. Έκανε το σωστό δένοντας τη μοίρα της κόρης του με αυτή του γιου του; Αυτή ήταν η αμφιβολία που ο οικογενειακός ιερέας προσπαθούσε να ξορκίσει όταν η Λίλα τους είδε να λογοφέρνουν. Ο οικογενειακός ιερέας τόνιζε στον πατέρα της την καταλληλότητα του γαμπρού απαριθμώντας τα προτερήματα  του μνηστήρα της.

Εκείνες τις αποχές ήταν σύνηθες να παντρεύονται παιδιά. Υπήρχε μια διαφορά ηλικίας περίπου δεκαπέντε χρόνια μεταξύ της Λίλα και του άντρα της. Η Λίλα διασκέδασε με την μεγαλοπρέπεια και το θέαμα της γαμήλιας τελετουργίας σαν να ήταν παιχνίδι. Αλλά όταν έφτασε στο σπίτι των πεθερικών της, συνειδητοποίησε το λάθος της. Για πρώτη φορά στη ζωή της, υπέφερε από απαγορεύσεις, κακοποιήσεις και κοροϊδίες. Η πεθερά της στερούσε από τη Λίλα ακόμα και το ελάχιστο από την ημερήσια αναλογία φαγητού, προσβάλλοντάς την συνεχώς πως τάχα τρώει υπερβολικά. Έπειτα της χτύπησε την πόρτα άλλη μια συμφορά. Η χώρα κέρδισε την ανεξαρτησία της από τους Βρετανούς, αλλά όχι χωρίς τη διχοτόμησή της. Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη διχοτόμηση κατάπιαν ακόμα και τον άντρα της. Τον περίμενε να επιστρέψει. Δεν γύρισε. Ούτε υπήρχαν νέα του. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, έχασε κάθε ελπίδα για να τον ξαναδεί.

Στην αρχή, ο πατέρας της ερχόταν για να τη δει πότε πότε. Αλλά καθώς ο καιρός περνούσε, οι επισκέψεις του έγιναν σπάνιες και μετά σταμάτησαν. Τα αδέρφια της φαινόταν να έχουν ξεχάσει την ύπαρξή της. Μόνη και χωρίς υποστήριξη από την πατρική της οικογένεια, τα πεθερικά της την μετέτρεψαν σχεδόν σε οικιακό προσωπικό. Τους υπηρετούσε μέρα και νύχτα, πιστεύοντας πως αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Μερικές φορές, όταν ο πόνος ξεπερνούσε τα όρια, έκλαιγε, πνίγονας τα αναφιλητά της στο σκληρό σαν πέτρα μαξιλάρι. Την πλήγωνε να βλέπει ότι ο πατέρας της που την είχε αγαπήσει τόσο πολύ και τα αδέρφια της που πάντα έτρεχαν σε αυτήν για βοήθεια την είχαν ξεχάσει όπως ένα μαραμένο λουλούδι στον κήπο.

Και τότε το πλήρωμα του χρόνου γύρισε για άλλη μια φορά. Έπλενε σκεύη στο όχθη του ποταμού όταν είδε έναν άντρα να την κοιτάζει έντονα από κάποια απόσταση. Έφτιαξε τα ρούχα της ενστικτωδώς. Ο άντρας τώρα την πλησίαζε με σταθερά και σίγουρα βήματα. Έπαθε πανικό. Ποιός ήταν αυτός ο άντρας; Γιατί ερχόταν προς το μέρος της; Καθώς έφτασε κοντά της σταμάτησε ξανά. Η Λίλα είχε σταματήσει να τον κοιτάζει. Είχε κλειστεί στον εαυτό της από τον τρόμο. Και μετά άκουσε μια οικεία φωνή, «Λίλα!» Κοίταξε ψηλά ενώ το πιάτο στο χέρι της γλίστρησε στο ποτάμι και δάκρυα για καιρό συγκρατημένα ανέβρυσαν και κύλησαν σε έναν χείμαρρο. Πριν προφτάσει να λιποθυμήσει, αυτός έτρεξε να την μαζέψει στα μπράτσα του.

Για πρώτη φορά, η ζωή φάνηκε να αλλάζει προς το καλύτερο. Έχοντας επιστρέψει έπειτα από μία θεαματική απόδραση από τους δεσμοφύλακες του στο Πακιστάν, ο άντρας της μετακόμισε με εκείνην στο Σριναγκάρ. Της έδωσε κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένη. Ικανός και γεμάτος φροντίδα, ανέβηκε την κοινωνική κλίμακα πολύ σύντομα. Τα νέα διαδόθηκαν σαν πυρκαγιά. Ο πατέρας της και τα δυο αδέρφια της γύρισαν για να διεκδικήσουν τους δεσμούς συγγένειας. Όπως η μητέρα Γη που δεν κάνει διακρίσεις, τους υπεδέχθηκε πίσως με ανοιχτές αγκάλες. Καθώς τα χρόνια πέρασαν με τα λεπτά σύννεφα στον καθαρό ουρανό της Σριναγκάρ, γέννησε δυο γιους και δυο κόρες. Μετακόμισαν σε ένα πολυτελές σπίτι στην ανερχόμενη περιοχή της Μπεμίνα. Φύτεψε τριαντάφυλλα και κατιφέδες στον κήπο, όπου μπορούσε να κάθεται για ώρες στην άκρη της πυκνής πράσινης χλόης, κουβεντιάζοντας  με τα παιδιά της και με τους καλεσμένους. Οι πληγές του παρελθόντος φαινόνταν να επουλώνονται.

Το οικογενειακό σπίτι στην Μπεμίνα έσφυζε σήμερα από ζωή καθώς ο μεγαλύτερος γιος, που είχε ανοίξει ένα φωτογραφείο στην πολύβουη Λαλ Τσόουκ, παντρευόταν. Η Λίλα είχε φορτωθεί με χρυσαφικά και καινούργια απαστράπτοντα ρούχα. Ο ιερέας της οικογένειας είχε επίσης φτάσει. Περίμενε τον άντρα της να γυρίσει από τη Δημόσια Υπηρεσία. Ο ήλιος κατευθύνθηκε προς τον καθημερινό του θάνατο στον μακρινό ορίζοντα. Τυλίχτηκε με άλικες φλόγες πριν χαθεί από τα μάτια της. Καθώς οι σκιές του απογεύματος μεγάλωναν, η καρδιά της ήταν ανήσυχη. Κάτι έλειπε. Περπατούσε πάνω κάτω στο γκαζόν, καθώς οι καλεσμένοι ευθυμούσαν και επευφημούσαν ο ένας τον άλλο. Τα μάτια της ήταν κολλημένα στην πόρτα, περιμένοντας τη στιγμή που τα χέρια του άντρα της θα έπιαναν τον σύρτη για να την ανοίξει. Έξω υπήρχε αναστάτωση.Έτρεξε στην πύλη. Ενώ κρατιόταν από την πύλη καθώς αυτή άνοιγε, έριξε μια τελευταία ματιά στον άντρα της, ο οποίος ήταν γεμάτος αίματα, με τρύπες από σφαίρες σε όλο του το πουκάμισο.

Το ξαφνικό θέαμα του θανάσιμα πληγωμένου άντρα της την έκανε να χάσει τις αισθήσεις της. Σχεδόν ποτέ δεν συνήλθε εντελώς από το τραύμα. Η εικόνα του συζύγου της και οι κραυγές “Batov czaliva, raliva ya galiva” («Παντίτ φύγετε, αλλάξτε πίστη ειδάλλως αφανιστείτε») συνέχιζαν να την στοιχειώνουν μέχρι την εποχή που καθόταν στo διαμέρισμά της, που αποτελούνταν από ένα μόνο δωμάτιο, στο στρατόπεδο προσφύγων.

«Γιαγιά, γιαγιά» ένα νερό αγόρι τραβούσε την άκρη από το σάρι της.

Η Λίλα ξύπνησε από το ονειροπόλημά της.

«Ναι, παιδί μου».

«Μπορώ να πάρω ένα παγωτό;»

«Και βέβαια, παιδί μου. Μπορείς.» απάντησε πηγαίνοντας μέσα για να φέρει ένα χαρτονόμισμα των πέντε ρουπίων.

Καθώς η Λίλα έβλεπε τον εγγονό της να απολαμβάνει το παγωμένο γλυκό του, έβγαλε έναν αναστεναγμό.

 


Μετάφραση: Κίρα Καρνέζη

Φωτογραφία: kai Stachowiak

The following two tabs change content below.

Dhar Ravi

Ο Ravi Dhar είναι ενθουσιώδης μαθητής της Ινδικής φιλοσοφίας και της ολιστικής γιόγκας, συνδυάζοντας τη γνώση του στη γλωσσολογία, της φιλολογία, την επικοινωνία, το εμπόριο, τη φιλοσοφία και το μυστικισμό για να σχηματίσει την αντίληψή του για τα δυναμικά της ανθρώπινης ζωής. Έχει διδάξει σε Ινδικά πανεπιστήμια καθώς και στο Αιθιοπικό Κολλέγιο Δημόσιας Υπηρεσίας στην Αντίς Αμπέμπα. Έχει δημοσιεύσει και παρουσιάσει εργασίες στους εξής τομείς: Σύγχρονη Αγγλική Νουβέλα, Πολιτικές Επικοινωνίας, Διαδικτυακή Επικοινωνία, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Οικονομικά της Ανάπτυξης. Αυτό τον καιρό, είναι διευθυντής και καθηγητής Μαζικής Επικοινωνίας στο Jagannath Interational Management School, Vasant Kunj, στο Νέο Δελχί. Επίσης είναι συντάκτης του διεθνούς περιοδικού για τις σπουδές στην επικοινωνίας, Mass Communicator. Έχει γράψει δύο βιβλία. Το πρώτο, Theory and Practice, εστιάζει στη διοίκηση επιχειρήσεων στην Ινδία. Το δεύτερο, Ιn the Swirl, ασχολείται με τις παγκόσμιες αντιλήψεις για τα μέσα επικοινωνίας. Είναι επίσης ποιητής, έχοντας δημοσιεύσει ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ινδική υποήπειρο. Πιστεύει στην δημιουργική εξέλιξη της ανθρωπότητας, μία πίστη που του έχει κληροδοτήσει ο Γκουρού του, Sri Aurobindo και η Μητέρα.

Latest posts by Dhar Ravi (see all)

About The Author

Ο Ravi Dhar είναι ενθουσιώδης μαθητής της Ινδικής φιλοσοφίας και της ολιστικής γιόγκας, συνδυάζοντας τη γνώση του στη γλωσσολογία, της φιλολογία, την επικοινωνία, το εμπόριο, τη φιλοσοφία και το μυστικισμό για να σχηματίσει την αντίληψή του για τα δυναμικά της ανθρώπινης ζωής. Έχει διδάξει σε Ινδικά πανεπιστήμια καθώς και στο Αιθιοπικό Κολλέγιο Δημόσιας Υπηρεσίας στην Αντίς Αμπέμπα. Έχει δημοσιεύσει και παρουσιάσει εργασίες στους εξής τομείς: Σύγχρονη Αγγλική Νουβέλα, Πολιτικές Επικοινωνίας, Διαδικτυακή Επικοινωνία, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Οικονομικά της Ανάπτυξης. Αυτό τον καιρό, είναι διευθυντής και καθηγητής Μαζικής Επικοινωνίας στο Jagannath Interational Management School, Vasant Kunj, στο Νέο Δελχί. Επίσης είναι συντάκτης του διεθνούς περιοδικού για τις σπουδές στην επικοινωνίας, Mass Communicator. Έχει γράψει δύο βιβλία. Το πρώτο, Theory and Practice, εστιάζει στη διοίκηση επιχειρήσεων στην Ινδία. Το δεύτερο, Ιn the Swirl, ασχολείται με τις παγκόσμιες αντιλήψεις για τα μέσα επικοινωνίας. Είναι επίσης ποιητής, έχοντας δημοσιεύσει ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ινδική υποήπειρο. Πιστεύει στην δημιουργική εξέλιξη της ανθρωπότητας, μία πίστη που του έχει κληροδοτήσει ο Γκουρού του, Sri Aurobindo και η Μητέρα.

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *