Select Page

Κολόνια Λεμόνι – Μυρτώ της Θεοδοσίας Μπίτζου

Κολόνια Λεμόνι – Μυρτώ της Θεοδοσίας Μπίτζου

Εκείνο το Καλοκαίρι ήτανε πολύ μεγάλο, γιατί εγώ ήμουνα πολύ μικρή και μόλις είχα χάσει τη μαμά μου. Έφυγε ξαφνικά: ένα πρωινό, άνοιξα τα μάτια μου και αντί για το γνώριμο θρόισμα του φουστανιού της άκουσα το τρίξιμο της ντουλάπας, καθώς η θεία διάλεγε ρούχα για να με ντύσει.

«Θα έλθεις μαζί μου για λίγο καιρό» μου είπε και με έσυρε ως το μπάνιο. Τα μαλλιά μου ατίθασα αντιστάθηκαν στην λεπτή χτένα· η θεία άρπαξε την κολόνια λεμόνι της μαμάς και κυριολεκτικά με έλουσε για να τα ξεμπερδέψει. Ρυάκια κολόνιας έτρεξαν στα μάτια μου που άρχισαν να δακρύζουν. Ξέφυγα και πήγα στην αυλή. Το πουλάκι μας στο κλουβί αφημένο στο σκαμνί ανήσυχα κοίταζε τη μαύρη γάτα που καρτερούσε στην κορυφή της σκάλας . Η θεία με βρήκε και κρατώντας μια βαλίτσα με άρπαξε και έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω μας, ενώ εγώ αποχαιρετούσα με το ελεύθερο χέρι μου.

Το σπίτι της θείας ήταν στο νησί. Στο καραβάκι με κάθισαν ανάμεσά τους εκείνη και ο θείος. Φύσαγε ανάλαφρο αεράκι, και οι αρωματισμένες τούφες των μαλλιών μου που μού πέφτανε μπροστά με κάνανε να θέλω να κλάψω πάλι. Το καραβάκι κουνούσε και καθώς έγερνε ανακατεύονταν γύρω μου τα χρώματα με τις φωνές και τα γέλια.

«Σύρε με ναύτη στα νερά σου και θα γενώ εγώ δικιά σου».

Τραγουδούσε μια κοπελίτσα απέναντί μας. Φορούσε κίτρινο σορτς και κοντή στενή μπλούζα που άφηνε ελεύθερη την κοιλιά της και αναδείκνυε το ζωηρό της μπούστο, που φούσκωνε και ξεφούσκωνε. Ο θείος διάβαζε την «ΒΡΑΔΥΝΗ», και κάθε που γύριζε φύλλο έριχνε απέναντί του μια ματιά. Η θεία σιωπηλή κοίταζε μια την κοπέλα, μια τον θείο, και μια τον αφρό που αφήναμε πίσω μας.

«Πόλεμον! Πόλεμον θα έχωμεν με τοιαύτας προκλήσεις των Τούρκων» δήλωσε κάποια στιγμή ο θείος με βροντερή φωνή, διαβάζοντας τα νέα. Το τραγούδι σταμάτησε. Μια τεράστια σιωπή επικράτησε γύρω μας. «Θερμόν εφέτος το θέρος» εκείνος συμπλήρωσε.

«Θέρος-Έρος. Έρως ανίκατε μάχαν!» απήγγειλε τότε δυνατά με θέρμη η κοπέλα που τραγουδούσε. Ένα μωρό έκλαψε, κάποιοι γελάσανε και το τραγούδι συνεχίστηκε πιο χαρωπά:

«Και σαν βαρεθείς τα φιλιά μου άλλονε βάζω στην καρδιά μου.»

«Ξετσίπωτες! Σηκώνονται και φεύγουν, και αφήνουν τα μούλικά τους να τα μεγαλώσουν άλλοι» μουρμούρισε η θεία και με κοίταξε θυμωμένη. Κάθισα πιο μέσα στην καρέκλα μου και χαμογέλασα στην κοπέλα απέναντι, που μου έκλεισε το μάτι. Και η μαμά τραγουδούσε όλη μέρα με το ραδιοφωνάκι στην κουζίνα· ακούγαμε μαζί και όλες τις εκπομπές: το «Σπίτι των ανέμων», την «Λάουρα», και η μαμά έκλαιγε όποτε έλεγαν το «σ’ αγαπώ».

Φτάσαμε αργά στο σπίτι της θείας. Τα φώτα ήταν όλα σβηστά, μόνο κάτι λάμπες λουξ στα μπαλκόνια κουνήθηκαν στο καλησπέρισμα των γειτόνων που στάθηκαν και μας κοίταζαν με περιέργεια, καθώς ανεβαίναμε κουρασμένοι τον απότομο χωματόδρομο.

Δεν πεινούσα. Με το ζόρι ήπια λίγο γάλα που είχε ένα δάχτυλο πέτσα· την κατάπινα και ήθελα να κάνω εμετό από την ανακατωσούρα. «Είναι φρέσκο. Να το πιείς όλο!» πρόσταξε η θεία. «Είσαι πολύ αδύνατη. Η μάνα σου δεν σε φρόντιζε καθόλου. Κοίτα κάτι χεράκια: κατοχικά!», και σήκωσε το χέρι μου ψηλά να φανεί πόσο λεπτό ήτανε. Με έβαλε για ύπνο κι εγώ έκανα μια βαθιά-βαθιά προσευχή, να γυρίσει πίσω η μαμά μου, να αφήσει τον ναύτη που της πήρε την καρδιά, γιατί χωρίς εκείνη δεν μπορούσα.

Όμως, μπόρεσα. Από εκείνο το πρώτο βράδυ, το δυνατό ροχαλητό του θείου, τρομακτικό στην αρχή και πρωτόγνωρο –ο πατέρας που δεν γνώρισα… –, σε μια παράξενη συμφωνία εγχόρδων, ανάσα-ανάσα, με νανούρισε. Μεγάλωσα και τα Καλοκαίρια ολοένα μίκραιναν, δεν προλάβαινα από τα μαθήματα που η θεία επέβλεπε να ολοκληρώσω. Διάβαζα για τις εισαγωγικές, όταν ένα πρωινό χτύπησε η πόρτα μας. Μια κυρία, καλοχτενισμένη, με ένα λευκό φόρεμα και τσάντα λουστρίνι στεκόταν αμήχανη. Μια θαλασσινή αύρα μπήκε στο χολ· το τραγούδι του ναύτη πρώτο ήλθε στα χείλη μου, και μετά κάτι γνώριμο ανασάλεψε στον αέρα.

«Μυρτώ;» είπε η θεία.

Η ξένη γύρισε προς εμένα που στεκόμουνα στην κορυφή της σκάλας. Βυθίστηκα στη γλύκα των ματιών της, εκεί στο βάθος – όχι! δεν βρήκα τον χρόνο που είχα χάσει μακριά τους…

«Μαμά, το πουλάκι στο κλουβί – . Του άνοιξα την πόρτα–» ήταν το μόνο που μπόρεσα να πω, πριν φύγω να κρυφτώ από τα δάκρυά μου. Η κολόνια λεμόνι είχε και πάλι πλημμυρίσει τον χώρο.

 


Εικαστική Επιμέλεια Φωτογραφίας: Θεοδοσία Μπίτζου

The following two tabs change content below.

Μπίτζου Θεοδοσία

Γεννήθηκε το 1961 στην Κοκκινιά, τα μικρά σπίτια, οι ιστορίες, ο καημός, η ήττα, οι αξίες που σώζονται, και πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι συνέθεσαν το σκηνικό που μεγάλωσε. Επέλεξε τη ζωγραφική και μετά την αρχιτεκτονική. Οι λέξεις μπήκαν αργά στη ζωή της με την απαίτηση ικανοποίησης μικρού παιδιού. Τις ακολουθεί πλέον μαγεμένη από τον ρυθμό τους, σέρνοντας τις παλιές αγάπες που δειλά συνηγορούν ότι όλα είναι ένα – τελικά. Έργα της έχουν διακριθεί: Έπαινος νουβέλας, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2012). Α’ βραβείο θεατρικού μονόπρακτου και Β’ βραβείο παραμυθιού, Αγ. Νικόλαος (2012). Γ’ βραβείο διηγήματος Larry Niven (2012), B’ βραβείο διηγήματος (Αγ. Νικόλαος, 2011). A' βραβείο παραμυθιού, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2013).

Latest posts by Μπίτζου Θεοδοσία (see all)

About The Author

Γεννήθηκε το 1961 στην Κοκκινιά, τα μικρά σπίτια, οι ιστορίες, ο καημός, η ήττα, οι αξίες που σώζονται, και πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι συνέθεσαν το σκηνικό που μεγάλωσε. Επέλεξε τη ζωγραφική και μετά την αρχιτεκτονική. Οι λέξεις μπήκαν αργά στη ζωή της με την απαίτηση ικανοποίησης μικρού παιδιού. Τις ακολουθεί πλέον μαγεμένη από τον ρυθμό τους, σέρνοντας τις παλιές αγάπες που δειλά συνηγορούν ότι όλα είναι ένα – τελικά. Έργα της έχουν διακριθεί: Έπαινος νουβέλας, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2012). Α’ βραβείο θεατρικού μονόπρακτου και Β’ βραβείο παραμυθιού, Αγ. Νικόλαος (2012). Γ’ βραβείο διηγήματος Larry Niven (2012), B’ βραβείο διηγήματος (Αγ. Νικόλαος, 2011). A' βραβείο παραμυθιού, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2013).