Select Page

Η Φύση στην Ελληνική Παράδοση – της Ματίνας Μαντά

Η Φύση στην Ελληνική Παράδοση – της Ματίνας Μαντά
«Κι ήρθα να πάρω απ’ το δεντρί, να κόψω απ΄το λουλούδι,
Και να το πάω στην άβροχη, τη ρημασμένη χώρα»
 

Αυτούς τους στίχους χρησιμοποίησε ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημα του «Εκατό φωνές», ως μικρή αναφορά στην ελληνική φύση. Εάν υπάρχει κάποιο «μέρος» που να χωράει όλο το ρομαντισμό της φύσης, αναμφισβήτητα αυτό το μέρος είναι η τέχνη. Στην ποίηση, τη λογοτεχνία και φυσικά τη ζωγραφική εξυμνείται με τρόπο αξιοθαύμαστο η ομορφιά που τόσους αιώνες ο άνθρωπος παλεύει να καταστρέψει. Αυτό ισχύει σαφώς και για την Ελλάδα. Πολλοί οι ποιητές που την εξύμνησαν, άλλοι τόσοι αυτοί που προσπάθησαν (και προσπαθούν) να την ρημάξουν. Κι όμως, η Ελλάδα κάποτε είχε πολύ καλύτερη σχέση με την φύση. Στους αρχαίους καιρούς δε, την είχε θεοποιήσει και λατρέψει. Σεβόταν τους ποταμούς, τα δάση με τα δέντρα τους.

Για τους ανθρώπους εκείνου του καιρού, τα δέντρα ήταν ζωντανά. Ήταν η ψυχή μιας νύμφης που κατοικούσε μέσα σ’ αυτά, ο κορμός τους ήταν το δικό της κορμί. Στο βιβλίο της «Ο κήπος των μεταμορφώσεων», η Ζ. Βαλάση μας λέει: «ο έρωτας, ο πόνος, η ευτυχία, ο καημός, η περιέργεια, η τρέλα, όλα τα ανθρώπινα πάθη είναι ικανά ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Τη μορφή, ακόμα και το ρυθμό του. Όποιος νομίζει ότι από ένα φυτό γεννιέται μόνο από το σπόρο ή από τη ρίζα ενός άλλου φυτού, είναι γελασμένος. Όποιος πιστεύει ότι τα ανθοπέταλα κρύβουν ένα μήνυμα μόνο για τις μέλισσες είναι ανίδεος. Ο κόσμος δεν είναι πάντα ο, τι βλέπουμε, ούτε ήταν από πάντα όπως είναι τώρα. Ούτε θα συνεχίσει να είναι έτσι. Ο κόσμος αλλάζει, λέει η ποιητική φαντασία των ανθρώπων που γεννά τους μύθους των μεταμορφώσεων. Γι’ αυτό μας φαίνεται εφήμερος, ενώ στην ουσία είναι αιώνιος».

Στα δάση της αρχαίας Ελλάδας κατοικούσαν οι νύμφες. Ήταν οι νεράιδες της αρχαιοελληνικής παράδοσης, οι αέρινες καλλονές που χόρευαν και γλεντούσαν μαζί με τους σάτυρους. Πολλές φορές όμως ήταν και η ίδια η νύμφη δέντρο. Η φαινομενικά άψυχη σύσταση του δέντρου ήταν για τους αρχαίους έλληνες ένα ζωντανό, γυναικείο κορμί: Πρόκειται για τις νύμφες Αμαδρυάδες, νύμφες ενός συγκεκριμένου υποείδους, που ζούσαν σε συγκεκριμένα δέντρα και πέθαιναν ταυτοχρόνως με αυτά. Οι νύμφες Μελίες π.χ ήταν νύμφες της Φλαμουριάς. Είχαν βλαστήσει από το αίμα που έπεσε στη γη όταν ευνουχίστηκε ο Ουρανός. Γενικά οι νύμφες της μυθολογίας χωρίζονταν σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με τον τόπο κατοικίας τους: Οι Ορε(ι)άδες ήταν νύμφες των βουνών, οι Ναϊάδες των πηγών και των ποταμών. Οι Νηρηίδες ήταν νύμφες της θάλασσας, κάτι σαν τις γοργόνες των ευρωπαϊκών θρύλων, με πατέρα τον Νηρέα, παλιό θαλάσσιο θεό.

Ο σεβασμός ανάμεσα στον έλληνα και το δέντρο ήταν άρρηκτος. Σπάνια άνθρωπος τολμούσε να βλάψει δέντρο, καθώς οι νόμοι το απαγόρευαν και οι συνέπειες ήταν άσχημες. Η πριγκίπισσα Δρυόπη τιμωρήθηκε σκληρά όταν έκοψε έναν ανθισμένο λωτό, δίπλα σε μια πηγή: το φυτό κυριολεκτικά μάτωσε. Το νερό γέμισε ανθρώπινο αίμα, αφού στην πραγματικότητα η Δρυόπη είχε πληγώσει τη νύμφη – κάτοικο του φυτού. Για τιμωρία, η πληγωμένη νύμφη τη μεταμόρφωσε σε δέντρο.

Το να γίνει κάποιος δέντρο όμως, δεν ήταν αναγκαστικά τιμωρία για τη μυθολογία μας. Πολλές φορές ήταν λύτρωση, σταγόνα παρηγοριάς. Ένας μύθος μας λέει ότι κάποτε ο Βοριάς ερωτεύτηκε την Ορεάδα νύμφη Πίτυ. Ο έρωτας του όμως δεν βρήκε ανταπόκριση, καθώς η νύμφη αγαπούσε τον τραγοπόδαρο Πάνα. Και αρνήθηκε τον παγωμένο θεό. Από τη μανία του αυτός, φύσηξε πάνω στους γκρεμούς με τόση δύναμη, που η άτυχη νύμφη γκρεμίστηκε και χάθηκε. Ο Πάνας είδε από μακριά την αγαπημένη του να γκρεμίζεται, προτού προφτάσει να πάει κοντά και να τη βοηθήσει. Έβγαλε τότε από τα σπλάχνα του κραυγή φοβερή, που πανικόβαλε ανθρώπους, θεούς και βράχους, όταν είδε το νεκρό σώμα της Πίτυ σφηνωμένο στα βράχια. Κι ήταν αυτός ο πόνος που μεταμόρφωσε τη νύμφη σε πεύκο. Το συγκεκριμένο δέντρο ξέρει να «στέκεται» στους άγριους γκρεμούς. Και από τα δάκρυα της νύμφης, όσα πρόλαβε να χύσει λίγο πριν πεθάνει, δημιουργήθηκε το μυρωδάτο ρετσίνι. Φαίνεται ότι γενικά οι αγαπημένες του Βοριά δεν είχαν καλό τέλος. Ένας άλλος μύθος μας περιγράφει πώς αγάπησε μια καλά προστατευμένη κοπέλα, την Αμυγδαλιά. Σε αντίθεση με την Πίτυ, η Αμυγδαλιά ανταποκρίθηκε. Έτρεξε μάλιστα να τον συναντήσει, βγαίνοντας απ’ την ασφάλεια του σπιτιού της κι έχοντας βαρεθεί την προστασία των δικών της. Όταν όμως τον αγκάλιασε, πάγωσε το κορμί της. Πάγωσε και η καρδιά της κι έμεινε στα χέρια του. Προς τιμήν της, ο θεός τη μεταμόρφωσε σε δέντρο. Τη γνωστή μας αμυγδαλιά, που ανθίζει μες στο χειμώνα , όταν φυσάει ο βοριάς.

Από τότε που ο Αίολος άνοιξε τον ασκό του, ο Βοριάς (αλλά και όλοι οι άνεμοι) έγιναν στο στόμα του λαού, όντα ζωντανά, ορμητικά και επίφοβα. Ο λαός για να τον καλοπιάσει τον είπε κυρ – Βοριά. Πολλά τραγούδια και παραδόσεις μιλούν για την αγριότητα του:

«Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε όλων των καραβιών
- Καράβια που αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε, 
Εμπάτε στα λιμάνια σας, γιατί θε να φυσήξω
Και όσα βρω μεσοπέλαγα, στεριάς θε να τα ρίξω.»

Στα δημοτικά τραγούδια ο άνεμος, αλλά και τα δέντρα, τα βουνά και γενικότερα ο, τι έμψυχο και άψυχο συμπάσχει με τον άνθρωπο, επικοινωνεί μαζί του και μιλάει με ανθρώπινη φωνή, αποκτώντας ανθρώπινες ιδιότητες. Ο σεβασμός – που αγγίζει κάποιες φορές τα όρια του φόβου – δεν σταματά στον κυρ – Βοριά. Τα φυτά και τα δέντρα αξιοποιούνται στο στόμα της ελληνικής παράδοσης, για να αποδώσουν τις καλύτερες αρετές: το κυπαρίσσι θα γίνει σύμβολο της λεβεντιάς του ψηλού παλικαριού. Δεν είναι τυχαίο ότι η μυθολογία μας έλεγε ότι το κυπαρίσσι πήρε τα’ όνομα του από έναν ωραίο νέο, τον Κυπάρισσο. Ο άντρας αυτός είχε ένα ελάφι με χρυσά κέρατα. Όταν κατά λάθος το σκότωσε στο κυνήγι, ο πόνος του ήταν τόσο δυσβάσταχτος, που οι θεοί τον μεταμόρφωσαν στο ομώνυμο δέντρο. Υπάρχει κι ένας άλλος ελληνικός μύθος για το κυπαρίσσι, παρμένος αυτή τη φορά από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μια φορά, είχε κατέβει σ’ έναν κάμπο της Σπάρτης ένας πασάς. Στην υπηρεσία του ήταν ένας νεαρός Έλληνας, που όταν είδε τον όμορφο, ελληνικό κάμπο, τον έπιασε πόνος στη σκέψη ότι όλη αυτή η ομορφιά πέρασε στα χέρια των Τούρκων. Ο πασάς παρατήρησε την αλλαγμένη όψη του νεαρού και τον ρώτησε τι έχει. Το παιδί, όχι μόνο είχε το θάρρος να εκφράσει την πίκρα του, αλλά εξέφρασε ευθέως την ελπίδα του ότι κάποτε οι Έλληνες θα ανακτήσουν τα εδάφη τους. Ο πασάς φυσικά οργίστηκε. Για να πικράνει κι άλλο τον σκλάβο του, άρπαξε τη σούβλα όπου πρώτα είχε σουβλίσει το κρέας του και την έμπηξε στη γη: «Η χώρα θα ξαναγίνει δικιά σας εάν η σούβλα φυτρώσει, βγάλει φύλλα και γίνει δέντρο!». Μέχρι την άλλη μέρα, στη θέση της σούβλας υπήρχε ένα ωραιότατο κυπαρίσσι.

Το δέντρο λοιπόν λειτουργεί στον ελληνικό χώρο και σαν σύμβολο ελπίδας και ζωής. Η θεά Αθηνά νίκησε τον Ποσειδώνα στον διαγωνισμό για το ποιος θα γίνει αρχηγός της Αθήνας, επειδή φύτεψε μια ελιά. Στη νεοελληνική παράδοση, πιστευόταν ότι ολόκληρος ο κόσμος κρεμόταν από ένα δέντρο, το οποίο πάσχιζαν μέρα – νύχτα να κόψουν οι καλικάτζαροι (αλλά και ο ίδιος ο διάβολος, σύμφωνα με μια παράδοση του Ν. Πολίτη). Μέχρι να επιστρέψουν πίσω οι καλικάτζαροι, το δέντρο έχει αναγεννηθεί και προσπαθούν ξανά απ’ την αρχή. Σε άλλες παραδόσεις, πιστευόταν ότι πολλά δέντρα ήταν στοιχειωμένα, είχαν δηλαδή το δικό τους στοιχειό. Πιστευόταν ότι το δέντρο κατοικούταν από στοιχειό αν μεγάλωνε κι αναπτυσσόταν αφύσικα γρήγορα. Μια άλλη παράδοση του Νικόλαου Πολίτη, μας λέει ότι κάποτε ένα παιδί που είχε φυτέψει μια Καριά, αρρώστησε βαριά. Ο πατέρας του πίστεψε ότι ευθυνόταν το δέντρο, γι’ αυτό και το ‘κοψε. Ύστερα απ’ αυτό, το παιδί ανάρρωσε. Γενικά όμως ο παλιός Έλληνας απέφευγε να κόβει δέντρα που πίστευε ότι κατοικούταν από στοιχειά, όπως οι αρχαίοι απέφευγαν να κόβουν δέντρα που θεωρούταν πως ήταν νύμφες.

Οι «κάτοικοι» των δέντρων στις ελληνικές ιστορίες δεν είχαν όμως αναγκαστικά κακούς σκοπούς. Ένα λαϊκό παραμύθι μας λέει, πως κάποτε ζούσαν σε δυο γειτονικά σπίτια δυο παιδιά, ο Φίλιος και η Φιλιώ. Μαζί παίζανε, μαζί γελούσαν, μαζί μεγάλωναν. Κι όταν μεγάλωσαν, όπως ήταν φυσικό, ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο. Οι δυο ερωτευμένοι ήθελαν να ζήσουν μαζί για πάντα, να είναι ενωμένοι. Δυστυχώς όμως έπεσε συμφορά. Πόλεμος χτύπησε τον τόπο και οι άνθρωποι αλληλομισήθηκαν. Χύθηκε αδελφικό αίμα. Μες στη μανία του πολέμου, βρέθηκε το σπίτι του Φίλιου να πολεμάει το σπίτι της Φιλιώς. Η αγάπη τους έγινε απαγορευμένη. Απαγορεύτηκε να αντικρίσουν ξανά ο ένας τον άλλο. Κλειδαμπάρωσαν τη Φιλιώ στο υπόγειο, ο Φίλιος αλυσοδέθηκε από την ίδια του την οικογένεια. Φράχτης χώρισε τα δύο σπίτια και τους δυο ερωτευμένους. Πάνω στον πόνο της, η Φιλιώ ξεστόμισε τα παρακάτω λόγια:

«Φίλιο μου πόσο σ’ αγαπώ, 
Να ΄μουν δεντρί να φυτευτώ, 
Τους κλώνους μου ν’ απλώσω, 
Χάδι γλυκό κι ένα φιλί να φτάσω να σου δώσω».

Κι ο νέος όμως τις ίδιες σκέψεις έκανε:

«Φιλιώ μου πόσο σ’ αγαπώ, 
Εσύ δεντρί κι εγώ δεντρί. 
Μαζί να φυτευτούμε, 
Ν’ απλώσουμε τους κλώνους μας…»

Και ο, τι στερούσε από τους δυο νέους η οικογένεια, τους το χάρισε μια ανώτερη δύναμη, που τους μεταμόρφωσε σ’ αυτό που επιθυμούσαν: τα πόδια του Φίλιου φύτρωσαν, κλαδιά έγιναν τα χέρια της Φιλιώς. Τα δυο ερωτευμένα δέντρα ανυψώθηκαν, έφτασαν πάνω απ’ το φράχτη και τα κλαδιά τους ενώθηκαν, θυμίζοντας αγκαλιασμένο ζευγάρι.

Και τα λουλούδια όμως έχουν την τιμητική τους στο στόμα του ελληνικού λαού. Στο ωραίο φύλο, σ’ αυτό θα αποδοθούν βαφτιστικά ονόματα παρμένα από φυτά, που τονίζουν την ευαισθησία, την ομορφιά και τη φρεσκάδα του. Οι επιλογές είναι πάμπολλες: Ανθή, Ανθούλα, Γαριφαλιά, Γιασεμή, Κρινούλα, Μοσχούλα, Βασιλική, Μαργαρίτα, Κανέλα… Αλλά και απ’ τα δέντρα εμπλουτίζουμε το ονοματολόγιο. Απ’ το δέντρο της Ροδιάς π.χ έχουμε: Ρόδω, Ροδούλα, Ροδάνθη… Υπάρχει ωστόσο μια εκδοχή που υποστηρίζει ότι το τελευταίο όνομα δεν προέρχεται από τη ροδιά, αλλά από το ρόδο, το γνωστό μας τριαντάφυλλο. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, η Ροδάνθη ήταν μια σοφή γυναίκα στην Αρχαία Αθήνα, που καταδιώχθηκε επειδή χαρακτηρίστηκε ως άσεβη απέναντι στη θεά Αθηνά. Προκειμένου η θεά να γλιτώσει τη Ροδάνθη (η οποία ζήτησε άσυλο στο ναό της), τη μεταμόρφωσε στο ρόδο, το γνωστό μας τριαντάφυλλο, που πάντα φέρει αγκάθια για να προστατεύεται απ’ τους εχθρούς του.

Δυστυχώς, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση δεν είναι πια όπως παλιά. Καθημερινά καταστρέφεται και μαζί μ’ αυτήν υποβιβάζεται και ο πολιτισμός μας. Όπως γράφει ο καθηγητής Καψωμένος «στην ελληνική μεσογειακή αίσθηση, η σχέση ανθρώπου – φύσης προσδιορίζεται ως σχέση ισορροπίας και αρμονίας. Η σχέση αυτή απορρέει από την αντίληψη της στενής συγγένειας και εξάρτησης, σαν τη σχέση μάνας – γιού. Πόσο γόνιμη είναι αυτή η κοσμοθεωρητική στη βάση της αντίληψης έχει γίνει φανερό περισσότερο από ποτέ στην εποχή μας, που είναι πια επιστημονικά επιβεβαιωμένος ο κίνδυνος να καταστραφεί η ζωή στον πλανήτη μας από τον ανταγωνιστικό προς τη φύση σύγχρονο τεχνικό πολιτισμό».


Φωτογραφία: Couleur

The following two tabs change content below.

Ματίνα Μαντά

Η Ματίνα Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και το Χώρο του Φανταστικού. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται επίσης με πιάνο και χορό.

About The Author

Η Ματίνα Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και το Χώρο του Φανταστικού. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται επίσης με πιάνο και χορό.

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *