Select Page

Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής – της Ματίνας Μαντά

Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής – της Ματίνας Μαντά

(ή ιστορία ενός άγνωστου ποιητή)

Είναι γνωστό ότι οι μεγαλύτερες προσωπικότητες αναγνωρίστηκαν μετά το θάνατο τους. Το ίδιο φαίνεται να συνέβη και με την περίπτωση του αργεντινού Χουάν Χομέρο Σολβένιο. Ελάχιστοι τον γνώριζαν, καθώς ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν άστεγος και ζούσε μες στα σκουπίδια. Άγνωστος και αφανής, ξεψύχησε μόνος σ’ ένα νοσοκομείο, από καρκίνο στους πνεύμονες.

Το πιο γνωστό του ποίημα λέγεται «H Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής». Γράφτηκε το χειμώνα του 1965 από τον Σολβένιο και σήμερα βρίσκεται στην μεγάλη ανθολογία της ισπανόφωνης ποίησης που εκδόθηκε το 1991 στην Αμερική. Είναι σύμπτωση άραγε ότι το ποίημα του Σολβένιο βρίσκεται αμέσως μετά από το «Ποίημα των Δώρων», του Χόρχε Λουίς Μπόρχες – ενός ανθρώπου που επηρέασε πολύ τον Σολβένιο;

Η ιστορία του ποιήματος είναι παράξενη. Όταν ο ηλικιωμένος άστεγος ξεψύχησε στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, ένας απ’ τους νοσηλευτές παρέλαβε τα ρούχα του για να τα κάψει, όταν ξαφνικά διαπίστωσε ότι στη μια τσέπη υπήρχε ένα άδειο πακέτο τσιγάρων. Υπό κανονικές συνθήκες θα το είχε ξεφορτωθεί δίχως να δώσει καμιά άλλη σημασία. Παρατήρησε όμως ότι πάνω το κουτί έγραφε κάτι. Το έβαλε μηχανικά στην τσέπη, χωρίς καν να ξέρει γιατί το κάνει. Αργότερα διαπίστωσε ότι το μουχλιασμένο κουτί έγραφε ένα ποίημα πάνω του. Σκέφτηκε ότι θα ενδιέφερε τον αδερφό του που δούλευε σε βιβλιοπωλείο κι έτσι του έδωσε το πακέτο. Πράγματι ο άνδρας παθιάστηκε με το ποίημα σε τέτοιο βαθμό ώστε έψαξε να βρει όσο το δυνατό περισσότερες πληροφορίες για τον νεκρό άστεγο. Όταν ρώτησε τον νοσηλευτή αδελφό του αν είχε ιδέα για το όνομά του ή για το ποιος ήταν, η απάντηση ήταν – όπως είχε παραδεχθεί κι ο ίδιος  – «ένας απ’ τους αλήτες του Μπουένος Άιρες, που μας φέρνει η αστυνομία στο νοσοκομείο προκειμένου να ξεψυχήσουν». Έτσι τον χαρακτήρισε. Αλήτη.

Ο νεαρός βιβλιοπώλης χτένισε την περιοχή, προκειμένου να ανακαλύψει περεταίρω πληροφορίες για τον μυστηριώδη ποιητή, το αποτέλεσμα όμως ήταν σχεδόν άκαρπο. Το μόνο που έμαθε ήταν ότι ο Χομέρο Σολβένιο είχε γεννηθεί στα περίχωρα της πόλης εβδομήντα εννέα χρόνια πριν. Όμως δεν υπήρχε πλέον σπίτι γιατί η περιοχή είχε μετατραπεί σε βιομηχανική ζώνη. Καμιά άλλη πληροφορία για τον «ποιητή του πακέτου». Κι εκεί που ήταν έτοιμος να τα παρατήσει, έχοντας απελπιστεί, εμφανίζεται στο νοσοκομείο ένας φίλος του Σολβένιο και ρωτούσε γι’ αυτόν. Ο νοσηλευτής ενημέρωσε αμέσως τον αδελφό του κι ο βιβλιοπώλης έσπευσε να συναντήσει τον άγνωστο.

«Ήταν ένας αλήτης. Βρώμικος, με σκισμένα ρούχα. Έσερνε λίγο το δεξί του πόδια και τα γάντια που φορούσε ήταν λιγδιασμένα, γεμάτα τρύπες. Στην αρχή ήταν νευρικός και επιφυλακτικός, ηρέμησε όμως όταν τον πήγα σε ένα μαγαζί και του έδωσα να φάει. Μου μίλησε για τον φίλο του, τον Χομέρο (έτσι τον αποκαλούσε, παρόλο που το πρώτο όνομα του ήταν Χουάν). Ζούσαν μαζί γύρω στα τρία χρόνια, εντούτοις δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν γιατί ο Χομέρο αρνιόταν να μιλήσει για το παρελθόν». Η ζωή λοιπόν του ποιητή εξακολουθεί ως σήμερα να παραμένει άγνωστη.

Όταν ο βιβλιοπώλης ζήτησε από τον κουρελή να τον οδηγήσει στο σπίτι του Σολβένιο, εκείνος γέλασε όταν άκουσε τη λέξη «σπίτι». Πράγματι, όταν τον οδήγησε στο μέρος όπου ζούσαν, είδε και μόνος του ότι «σπίτι» δεν ήταν η κατάλληλη λέξη για να περιγράψει τις συνθήκες που ζούσε ο ηλικιωμένος άστεγος: Μια ερημική περιοχή, γεμάτη σκουπίδια και παλιοσίδερα, όπου υπήρχε ένας μεγάλος, σκουριασμένος αγωγός. Μέσα σ’ αυτόν τον αγωγό βρισκόταν η κατοικία του Χομέρο. Τίποτα περισσότερο από μια σκοτεινή τρύπα με μερικές κουρελούδες. Ο φίλος του μακαρίτη, έδειξε στο βιβλιοπώλη ένα άδειο βαρέλι. Στον πάτο του βαρελιού υπήρχε μια σακούλα, γεμάτη από γραμμένα πακέτα. Ποιήματα του αφανούς ποιητή που η κοινωνία είχε αρνηθεί να βοηθήσει.

Δυστυχώς πολλά απ’ τα ποιήματα ήταν αδύνατο να διαβαστούν, καθώς τα πακέτα πάνω στα οποία ήταν γραμμένα είχαν μουχλιάσει και ήταν κατεστραμμένα. Ο Άλβιο όμως – αυτό ήταν το όνομα του βιβλιοπώλη – έκανε ο, τι καλύτερο μπορούσε. Επιμελήθηκε όσα ποιήματα ήταν άρτια και τα εξέδωσε σε μια ποιητική συλλογή με τον κατάλληλο τίτλο «στον πάτο του βαρελιού». Τέσσερα χρόνια αργότερα ανακάλυψε το βιβλίο ένας αμερικανός ατζέντης και αγόρασε τα δικαιώματα για μια έκδοση του στην Αμερική. Εν τέλει, η Αργεντινή αναγνώρισε – έστω και αργά – τον Χουαν Χομέρο Σολβένιο από την αμερικάνικη έκδοση των ποιημάτων  του και τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των αγαπημένων παιδιών της. Ο ποιητής τελικά αναγνωρίστηκε, έχοντας ζήσει μια μίζερη ζωή μέσα σ’ έναν σκουριασμένο αγωγό, φτωχός και άστεγος.

Ο Άλβιο, επιμελητής της συλλογής, γράφει στην εισαγωγή: «Ανακάλυψα σ’ ένα από τα πακέτα του παππού Χομέρο έναν στίχο του Έλλιοτ: Δε θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε και το τέλος της όλης μας εξερεύνησης, θα είναι να ξαναγυρίσουμε εκεί απ’ όπου είχαμε αρχίσει και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά».  Όσο για το ποίημα «η παράξενη γλώσσα της ψυχής» αναφέρει τους παρακάτω στίχους:

 …δεν μπορείς να συλλαβίσεις την γλώσσα των ονείρων
Για τον ίδιο λόγο που δεν μπορείς πια 
Να απαριθμήσεις τους πάπυρους που φώτιζαν τα ράφια
Της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας
Εκείνη τη νύχτα που χάθηκε για πάντα στην άβυσσο του χρόνου
Ξέρεις μόνο πως κάποτε υπήρξε μια παράξενη γλώσσα και μια βιβλιοθήκη
Ξέρεις πως το μόνο που σου έχει απομείνει είναι αυτός ο πυρετός
Ξέρεις μόνο πως αυτός ο πυρετός
Είναι με τον τρόπο του εκείνη η βιβλιοθήκη κι εκείνη η γλώσσα. 
 

Πηγή: Ναούμ Θεοδοσιάδης: Χουαν Χομερο Σολβένιο. Ο άνθρωπος στον πάτο του βαρελιού. Περιοδικό “strange”, τεύχος 11, σε

The following two tabs change content below.

Ματίνα Μαντά

Η Ματίνα Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και το Χώρο του Φανταστικού. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται επίσης με πιάνο και χορό.

About The Author

Η Ματίνα Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και το Χώρο του Φανταστικού. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται επίσης με πιάνο και χορό.

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *