Select Page

Η Ζωή πριν τη Γέννηση του Βασίλη Ξενόπουλου

Η Ζωή πριν τη Γέννηση του Βασίλη Ξενόπουλου
Περπατούσε τον δρόμο προς τα πλατάνια. Όπως του είχε υποδειχτεί. Ήταν ένας όμορφος δρόμος, στρωμένος και αγκαλιασμένος από χωράφια. Εύκολος στο περπάτημα, με δύο σύντομες ανηφόρες και μία βαθιά κατηφόρα που έστριβε αριστερά και χανόταν μέσα στη πυκνή βλάστηση, πίσω από τον κόκκινο λόφο. Στο τέλος, μέσα από μια συστάδα θάμνων, εμφανίστηκε μία μηλιά και δίπλα της δύο νεαρά πλατάνια. Ένα ρυάκι που τυλιγόταν γύρω από την απλωσιά και τον ήλιο από ψηλά να κρύβεται στα σύννεφα.
 
Στο άπλωμα, κάτω από τα λεπτά κλαδιά άκουσε τον άνεμο. ‘Περίμενε μέχρι να με βρεις.’ Και έτσι έκανε. Ήθελε να ξεκουραστεί και γύρισε το σώμα του πάνω στα φύλλα και στα χόρτα που φύτρωναν στη ρίζα ενός πλάτανου. Ο ήλιος, ο αέρας, η μυρωδιά του κρυστάλλινου νερού, οι ήχοι των πουλιών και των μικρών εντόμων. Δεν τα είχε ξαναδεί, μήτε γνώριζε τι είναι. Του άρεσε όμως και ένιωθε ασφάλεια. Έκλεισε τα μάτια του και περίμενε.
 
Το χιόνι είχε καλύψει το πάντα. Πρώτα είδε τα δύο πλατάνια να στέκονται μόνα τους μέσα στο άσπρο φως. Οι κορμοί τους από τη μία πλευρά χιονισμένη και πιο κάτω, λίγο πιο χαμηλά, το σώμα του μέσα στο άσπρο και κρύο χιόνι. Το έπιασε στα χέρια του, το μύρισε και το γεύτηκε. Το έσφιξε τόσο που έγινε πάγος και το κράτησε μέχρι που ο πάγος έγινε νερό. Κρύο, παγωμένο νερό που έτρεχε από το χέρι του.
 
Σηκώθηκε, τίναξε το χιόνι από πάνω του και περπάτησε βουλιάζοντας μέχρι το ρυάκι. Δεν ήταν εκεί. Μόνο χιόνι. Από τα δέντρα κρέμονταν κλαδιά από πάγο. Ένα χαμηλό το έσπασε και το έφερε στο στόμα του. Το κρύο υγρό τον τόνωσε και ένιωσε ανάγκη. Δεν ήξερε πότε θα ερχόταν αυτός που τον κάλεσε. Δεν ήξερε εάν θα ερχόταν και τι τον περίμενε. Το στομάχι του τον έσφιγγε και ο σβέρκος του πονούσε.
 
‘Φάε.’, άκουσε και έχωσε τα χέρια του μέσα στον πάγο που κάλυπτε το ρυάκι. Τα μικρά τα ψάρια ήταν εκεί και τον περίμεναν. Με το στομάχι του γεμάτο και το σώμα του ικανοποιημένο, το κρύο τον τύλιξε πιο σκληρά. Τα άκρα του έτρεμαν και το στόμα του χτυπούσε. Τα πόδια του είχαν γίνει μπλε και ανησυχούσε.
 
Προστατέψου.’, σκέφτηκε χωρίς να το ξέρει και τράβηξε με τα χέρια του κλαδιά και φύλλα παγωμένα που βρίσκονταν θαμμένα από κάτω. Τα τίναξε, τα έδεσε, το φόρεσε γύρω από το σώμα του και ησύχασε. Με τη ζεστασιά να φωλιάζει μέσα στο στήθος του, κατευθύνθηκε προς τη μηλιά. Τέντωσε το σώμα του και άρπαξε ένα μικρό στρόγγυλο καρπό. Δεν είχε σάρκα, μήτε γεύση. Το πέταξε, χασμουρήθηκε έντονα και τα μάτια του δάκρυσαν.
 
‘Ξεκουράσου.’, σκέφτηκε και κάτω από το πλατάνι ακούμπησε την πλάτη του. Το χιόνι το έμαθε και ένιωθε ασφάλεια. Τύλιξε το σώμα του στην ρίζα, με τα χέρια του βαθιά μέσα στο χώμα, εκεί που τα άνθη είχαν ζωή και έκλεισε τα μάτια του. Δεν περίμενε πλέον.  
 
 

Το διήγημα έχει δημοσιευθεί και στο blog του συγγραφέα,
http://x3nowsky.blogspot.gr.
Φωτογραφία: Untitled Photo του Edwin Rosskam, 1922 Library of Congress, Prints & Photographs Division, FSA/OWI Collection, (LC-USF33-005004-M3) http://www.loc.gov/pictures/
The following two tabs change content below.

Ξενόπουλος Βασίλης

O Βασίλης Ξενόπουλος (x3nos) γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου του 2012, ύστερα από μία προκαθορισμένη πτώση. Ακολούθησε μια επεισοδιακή σύγκρουση ονείρων που βυθίστηκαν στο χάος του τίποτα και ότι έμεινε γράφει αυτά τα λόγια τώρα. Είναι το αποτέλεσμα ενός κοινού δημιουργού. Από την άλλη, εγώ προτιμώ να παίζω video games και να τάσσομαι υπέρ των Lannister. Τυχαίνει όμως να είμαι ταυτόχρονα και παίχτης σε αυτό το παιχνίδι που έχουμε στήσει και το ονομάζουμε πραγματικότητα. Θα ήθελα να είμαι επικίνδυνος, αλλά αποτυγχάνω κάθε φορά που το βάζω σκοπό. Μπορεί και να είμαι. Ποιος ξέρει; Κανείς δεν ξέρει τίποτα. http://x3nowsky.blogspot.gr/

Latest posts by Ξενόπουλος Βασίλης (see all)

About The Author

O Βασίλης Ξενόπουλος (x3nos) γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου του 2012, ύστερα από μία προκαθορισμένη πτώση. Ακολούθησε μια επεισοδιακή σύγκρουση ονείρων που βυθίστηκαν στο χάος του τίποτα και ότι έμεινε γράφει αυτά τα λόγια τώρα. Είναι το αποτέλεσμα ενός κοινού δημιουργού. Από την άλλη, εγώ προτιμώ να παίζω video games και να τάσσομαι υπέρ των Lannister. Τυχαίνει όμως να είμαι ταυτόχρονα και παίχτης σε αυτό το παιχνίδι που έχουμε στήσει και το ονομάζουμε πραγματικότητα. Θα ήθελα να είμαι επικίνδυνος, αλλά αποτυγχάνω κάθε φορά που το βάζω σκοπό. Μπορεί και να είμαι. Ποιος ξέρει; Κανείς δεν ξέρει τίποτα. http://x3nowsky.blogspot.gr/