Select Page

Ένα Κολιέ Μαργαρίτες και Πίστη – της Petra McQueen

Ένα Κολιέ Μαργαρίτες και Πίστη – της Petra McQueen


Στεκόμασταν στην άκρη της κυκλικής διασταύρωσης περιμένοντας ένα άνοιγμα στην κυκλοφορία όταν μου είπε:

«Άφησέ με.»

Νόμισα ότι ήθελε να διασχίσει μόνη της το δρόμο αλλά μου φάνηκε να παραπατάει και έτσι την κράτησα ακριβώς πάνω από το κύρτωμα του αγκώνα της.

«Σου είπα να μ’αφήσεις!» απαίτησε, κάνοντας με να αναπηδήσω.

Άφησα το μπράτσο της και λίγο σαστισμένη πάτησα στο δρόμο ελπίζοντας πως θα ακολουθούσε. Ευτυχώς δεν το έκανε. Ένα ορμητικό ποτάμι από αυτοκίνητα ξεχύθηκε από τη Διασταύρωση 29 παγιδεύοντάς με στη μέση του δρόμου. Κοίταξα πίσω, ανήσυχη πως από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόταν κατά γης. Τότε είδα πως η ηλικιωμένη γυναίκα εξακολουθούσε να είναι στη νησίδα. Καθόταν σε ένα καφάσι. Οι κόρνες ούρλιαξαν καθώς απέφυγα ένα Nissan και μία Lexus για να γυρίσω πίσω.

«Δεν μπορείς να μείνεις εδώ,» είπα.

Μία σειρά από φορτηγά πέρασε μπροστά μας προκαλώντας έντονο θόρυβο και έτσι ύψωσα τη φωνή μου.

«Είναι πολύ επικίνδυνο.»

« Δεν είμαι κουφή κοπέλα μου.»

Στολισμένη με κασμίρ και μαργαριτάρια, καθόταν σε ένα βρώμικο πορτοκαλί πλαστικό καφάσι. Ήταν περιτριγυρισμένη από σκουπίδια που είχαν πεταχτεί από τα παράθυρα των αυτοκινήτων. Δεν ήξερα τι να κάνω και έτσι αποφάσισα να φερθώ φυσιολογικά, σαν να μην υπήρχε μία κυρία που καθόταν στο σημείο που μόνο οι απελπισμένοι είχαν προηγουμένως καθίσει. Ξάπλωσα στο γρασίδι και μέτρησα τα χρήματά μου. Είχα αρκετά για λίγο καπνό και έτσι υπολογίζοντας σωστά το χρόνο διέλευσης των οχημάτων αυτή τη φορά διέσχισα το δρόμο προς το γκαράζ. Ο άντρας δε θα με άφηνε να μπω στο μαγαζί του τέτοια ώρα αλλά θα μπορούσε να με εξυπηρετήσει από το μικρό παράθυρο στο πλάι. «Ένα καπνό Drum, μερικά χαρτάκια Rizla και…» σκέφτηκα τι ίσως θα άρεσε στην ηλικιωμένη κυρία, «…μερικές καραμέλες Werther’s Original.» Είχα δει μια διαφήμισή τους στην πόλη. Ο άντρας δεν είπε τίποτα, όπως συνήθως, δίνοντας μου τα ψώνια μέσα από το παράθυρο.» Όταν επέστρεψα η ηλικιωμένη κρατούσε ένα φλιτζάνι και ρουφούσε αργά το τσάι της το οποίο είχε σερβίρει από ένα θερμός. Καθώς πλησίαζα άδειασε το φλιτζάνι και το έβαλε σε ένα μεγάλο καλάθι του πικνίκ. Πρέπει να το είχε μεταφέρει από το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της που στεκόταν εγκαταλειμμένο στην άλλη πλευρά της νησίδας. Κουκούβισα στο γρασίδι και της πρόσφερα τα Werther’s Originals αλλά αυτή κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της λέγοντας. 

«Ποτέ δε τρώω γλυκό την ώρα του ύπνου.»

Ανησύχησα.

«Δεν σκέφτεσαι να μείνεις εδώ, έτσι;»

Παρέμενε σιωπηλή έχοντας στρέψει το βλέμμα της κάπου αλλού .

«Αν είναι η κυκλοφορία που σε προβληματίζει,» είπα «μπορώ να σε περάσω εγώ απέναντι. Κανένα πρόβλημα.»

Ψαχούλεψε το καλάθι της βγάζοντας έξω ένα χαλάκι αυτοκινήτου. Το άπλωσε στα γόνατά της και έμοιαζε πραγματικά σαν να είχε πάει ημερήσια εκδρομή στην εξοχή. «Είναι επικίνδυνα εδώ τη νύχτα ξέρεις » της είπα. «Θα κάνεις ησυχία;» είπε. «Απολαμβάνω τη θέα.» Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν τα αυτοκίνητα να κινούνται τόσο αστραπιαία που να φαίνονται θολά καθώς και τη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου. Σκοτείνιαζε και τα φώτα των στύλων στους δρόμος τρεμόπαιζαν. Έπρεπε να τηλεφωνήσω και να ζητήσω βοήθεια ώστε να έρθει κάποιος και να την μεταφέρει στο σπίτι της. Διέσχισα το δρόμο πηγαίνοντας ξανά στο βενζινάδικο αλλά όταν ζήτησα από τον άνδρα να τηλεφωνήσω στην αστυνομία μου έκανε νόημα με το χέρι του να φύγω. Θα μπορούσα να είχα προχωρήσει κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου ως το τηλεφωνικό θάλαμο επείγουσας ανάγκης αλλά δε ήθελα να αφήσω μόνη τη νέα μου φίλη. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στα πόδια της.

Το πρωί ξύπνησα με τη μυρωδιά ζεστού καφέ. Αυτή ήθελε να φάω και μία μπάρα ενέργειας αλλά δε μου αρέσει το φαγητό το πρωί και έτσι προτίμησα απλά να πιπιλήσω μια Werther’s Original. Ήταν ωραία. Ήθελα να μείνω μαζί της όλη τη μέρα αλλά σκέφτηκα πως αν αυτή επρόκειτο να μείνει θα έπρεπε να βγάλω λίγα χρήματα για μας.

Όταν γύρισα νόμισα πως είχε φύγει. Το αμάξι της είχε εξαφανιστεί και εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα ότι είχε κλαπεί από τον Τζίμυ Μακ και τη συμμορία του. Ένιωσα λύπη στην ιδέα ότι θα έμενα και πάλι μόνη. Όμως αυτή ήταν εκεί, μονάχα λίγο πιο μακριά προς το κέντρο, όπου η πυκνή θαμνώδης βλάστηση έκρυβε κάθε ανθρώπινη κίνηση. Είχε καθαρίσει το έδαφος. Σπασμένα μπουκάλια, πλαστικές σακούλες και παλιές βελόνες είχαν γίνει ένας τακτοποιημένος σωρός. Στο κέντρο είχε ετοιμάσει μια εστία έτοιμη να ανάψει και δίπλα της υπήρχαν δύο αναποδογυρισμένα τελάρα με μικρά μαξιλάρια πάνω τους, φτιαγμένα από διπλωμένες κουβέρτες. Στο πλάι της βρισκόταν μια κατσαρόλα και ένα τηγάνι.

«Είναι ώρα για τσάι,» είπε.

Και έτσι άρχισαν όλα. Οι καλύτερες μέρες της ζωής μου. Κάθε μέρα όταν επέστρεφα σπίτι έβρισκα να με περιμένει ένα κανονικότατο γεύμα. Τελικά φτιάξαμε ένα καταφύγιο από κλαδιά ιτιάς που την άνοιξη βλάστησε φύλλα. Υπήρχε ένα χαλάκι φτιαγμένο από κουρέλια για να σκουπίζεις τα πόδια σου και κεριά φτιαγμένα από κερί για να κρατάει μακριά τα κουνούπια. Μου έδωσε τα μαργαριτάρια της για να τα πουλήσω επειδή δεν χρειαζόμασταν τέτοια πράγματα. Ήμασταν χαρούμενοι έτσι όπως ήμασταν. Ήταν μια θαυματοποιός, μια αγία, μια μητέρα.

Όταν πέθανε, έκλαψα για σαράντα μέρες και σαρανταμία νύχτες μέχρι που δεν είχα άλλα δάκρυα και είχα καταντήσει ένα αφυδατωμένο γυναικείο κουφάρι. Πάνω στη θλίψη μου κατέστρεψα το σπίτι μας με τα ίδια μου τα χέρια και σκόρπισα σκουπίδια στο έρημο και άγονο έδαφος. Την έθαψα εκεί όπου είχαμε ζήσει τις πιο χαρούμενες στιγμές, στην κυκλική διασταύρωση κάτω από τη πυκνή θαμνώδη βλάστηση. Και τώρα είμαι εδώ, σε ένα μέρος που ποτέ δε βρέχει. Υπάρχει ένα κρεβάτι με στρώμα σε κάθε κελί. Είναι δέκα και μισή τώρα και σύντομα τα φώτα θα κλείσουν και το σκοτάδι θα έρθει. Κρατάω το γράμμα σου στο χέρι μου. Απόψε θα κοιμηθώ με αυτό και το πρωί ίσως να ξέρω τι να σου πω. Μου ζήτησες να πω την αλήθεια. Θέλεις να ομολογήσω ότι έσυρα τη μητέρα σου έξω από το αμάξι της προς την πυκνή θαμνώδη βλάστηση. Θέλεις να πω ότι έκοψα το λαιμό της και παρακολούθησα τα μαργαριτάρια να πέφτουν σαν παγωμένα δάκρυα στο έδαφος πριν τα χώσω στη τσέπη μου. Θέλεις να πω ότι πούλησα το αμάξι της για μερικά σπιντάκια και ότι την κράτησα αιχμάλωτη, τη σκότωσα, την ακρωτηρίασα και την έθαψα σε έναν αβαθή, πρόχειρο τάφο. Λες πως μόνο όταν πω αυτά τα φρικτά πράγματα θα μπορέσεις να κοιμηθείς το βράδυ. Αλλά τι θα προτιμούσες; Μια γυναίκα που ούρλιαζε για τα διαμάντια της, εκλιπαρώντας να μην πεθάνει; Ή μία μητέρα που χόρευε στο φως του φεγγαριού, μάζευε πυγολαμπίδες για να τις φωτίζουν το δρόμο, έπιανε αστέρια με την απόχη της και έφτιαξε ένα κολιέ από μαργαρίτες και πίστη;  

Φωτογραφία: Νίκος Χατζηιακώβου http://chatziiakovou.gr

Μετάφραση: Κουνουγάκης Μάνος 

The following two tabs change content below.

McQueen Petra

H Petra McQueen είναι καθηγήτρια και συγγραφέας. Έχει γράψει κείμενα βασισμένα στη ζωή της (life-writing) για τη Guardian και το περιοδικό You. Έχει κερδίσει αρκετούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ενώ ιστορίες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και το εξωτερικό. Ζει σε μια απόμερη γωνιά της κομητείας του Essex με την υπέροχη οικογένειά της που υποφέρει με χάρη τις ιδιότροπες σιωπές της καθώς συνθέτει στο μυαλό της άγραφα ακόμα μυθιστορήματα που θα βραβευθούν κάποια στιγμή στο μέλλον.

Latest posts by McQueen Petra (see all)

About The Author

H Petra McQueen είναι καθηγήτρια και συγγραφέας. Έχει γράψει κείμενα βασισμένα στη ζωή της (life-writing) για τη Guardian και το περιοδικό You. Έχει κερδίσει αρκετούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ενώ ιστορίες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και το εξωτερικό. Ζει σε μια απόμερη γωνιά της κομητείας του Essex με την υπέροχη οικογένειά της που υποφέρει με χάρη τις ιδιότροπες σιωπές της καθώς συνθέτει στο μυαλό της άγραφα ακόμα μυθιστορήματα που θα βραβευθούν κάποια στιγμή στο μέλλον.